Η συνήθης νομοθετική διαδικασία

Συμβούλιο της ΕΕ

Η διαδικασία συναπόφασης εισήχθη αρχικά το 1992 ενώ η χρήση της επεκτάθηκε το 1999. Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η συναπόφαση μετονομάστηκε σε συνήθη νομοθετική διαδικασία και αποτελεί έκτοτε τη βασική διαδικασία λήψης αποφάσεων για τη θέσπιση νομοθετικών πράξεων της ΕΕ. Η διαδικασία εφαρμόζεται σε περίπου 85 τομείς πολιτικής.

Επίτευξη συμφωνίας

Το Συμβούλιο χρησιμοποιεί ορισμένες φορές «γενική προσέγγιση» για να δώσει στο Κοινοβούλιο μια ιδέα για την θέση του όσον αφορά τη νομοθετική πρόταση που υποβλήθηκε από την Επιτροπή.

Η πολιτική αυτή συμφωνία χρησιμοποιείται συνήθως για να επιταχυνθεί η νομοθετική διαδικασία και να καταστεί πιο εύκολη η επίτευξη συμφωνίας σε πρώτη ανάγνωση μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Με μια ματιά

Νομοθέτες: Το Συμβούλιο της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Βασικά στοιχεία της διαδικασίας:

  1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
  2. Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εγκρίνουν τη νομοθετική πρόταση είτε σε πρώτη είτε σε δεύτερη ανάγνωση
  3. Εάν τα δύο θεσμικά όργανα δεν καταλήξουν σε συμφωνία μετά τη δεύτερη ανάγνωση, συγκαλείται επιτροπή συνδιαλλαγής
  4. Εάν το κείμενο στο οποίο καταλήγει η επιτροπή συνδιαλλαγής γίνει δεκτό από αμφότερα τα θεσμικά όργανα κατά την τρίτη ανάγνωση, η νομοθετική πράξη εκδίδεται

Εάν η νομοθετική πρόταση απορριφθεί σε οποιοδήποτε από τα στάδια της διαδικασίας ή εάν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν μπορέσουν να καταλήξουν σε συμβιβασμό, η πρόταση δεν εγκρίνεται και η διαδικασία τερματίζεται.

Νομική βάση: Άρθρα 289 και 294 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης