Ο ρόλος του Συμβουλίου στις διεθνείς συμφωνίες

Συμβούλιο της ΕΕ

Οι διεθνείς συμφωνίες χρησιμοποιούνται για να βοηθήσουν την ΕΕ να επιτύχει τους στόχους πολιτικής της. Οι διεθνείς συμφωνίες μπορεί να καλύπτουν ευρύτερους τομείς όπως εμπόριο, συνεργασία και ανάπτυξη ή να άπτονται ειδικών τομέων πολιτικής όπως κλωστοϋφαντουργία, αλιεία, τελωνειακά ζητήματα, μεταφορές, επιστήμη και τεχνολογία.

Η ΕΕ διαπραγματεύεται και συνάπτει διεθνείς συμφωνίες με χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ και με διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΠΟΕ και ο ΟΗΕ.

Αποκλειστική ή συντρέχουσα αρμοδιότητα;

Η ΕΕ έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες σε ορισμένους τομείς, παραδείγματος χάριν όταν η συμφωνία θα μπορούσε να επηρεάσει κοινούς κανόνες της ΕΕ ή όποτε χρειάζεται να συνδράμει την ΕΕ στην άσκηση των εσωτερικών της αρμοδιοτήτων. Σε τομείς όπου η ΕΕ έχει θεσπίσει ειδικούς κοινούς κανόνες, παραδείγματος χάριν σχετικά με τελωνειακά ζητήματα, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να υπογράφουν συμφωνίες που επηρεάζουν αυτούς τους κανόνες με χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ. Η ΕΕ έχει εξάλλου αποκλειστική αρμοδιότητα στις εν λόγω περιπτώσεις και ενεργεί εξ ονόματος του συνόλου των κρατών μελών.

Η ΕΕ μπορεί επίσης να υπογράφει διεθνείς συμφωνίες σε τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας με τα κράτη μέλη, όπως για παράδειγμα στις εξωτερικές υποθέσεις.

Πώς ενεργεί το Συμβούλιο;

Το Συμβούλιο της ΕΕ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαπραγμάτευση και σύναψη συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ και χωρών που δεν είναι μέλη της ΕΕ ή διεθνών οργανισμών. Το Συμβούλιο συμμετέχει σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, από την παροχή διαπραγματευτικής εντολής στην Επιτροπή έως την υπογραφή της συμφωνίας εξ ονόματος της ΕΕ και την έγκριση της τελικής απόφασης για την ενσωμάτωσή της στη νομοθεσία της ΕΕ.

Για τις συμφωνίες που εμπίπτουν σε τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας με τα κράτη μέλη της ΕΕ, οι αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών πρέπει επίσης να δίνουν σχετική διαπραγματευτική εντολή. Αυτό αφορά την πλειονότητα των συμφωνιών που σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική και τις ευρείες εμπορικές συμφωνίες.

Το Συμβούλιο μπορεί επίσης να εκδώσει απόφαση για την αναστολή της εφαρμογής μιας διεθνούς συμφωνίας ή τον τερματισμό της. Παραδείγματος χάριν, το 2010 το Συμβούλιο ανέστειλε την εφαρμογή του άρθρου 96 της συμφωνίας του Κοτονού με τη Ζιμπάμπουε, με αποτέλεσμα να διακοπεί η παροχή αναπτυξιακής βοήθειας στη συγκεκριμένη χώρα. Το Συμβούλιο λαμβάνει απόφαση με βάση πρόταση της Επιτροπής ή του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

Ποια είναι η διαδικασία;

Η διαδικασία διαπραγμάτευσης και έγκρισης διεθνών συμφωνιών καθορίζεται στα άρθρα 207 και 218 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ. Καθόλη τη διαδικασία, το Συμβούλιο λαμβάνει ως επί το πλείστον τις αποφάσεις του κατόπιν ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία. Ωστόσο, σε τομείς που κανονικά θα χρειαζόταν ομοφωνία, όπως η φορολογία, αποφασίζει με ομοφωνία. Για τις συμφωνίες που εμπίπτουν σε τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας, οι  αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού με το Συμβούλιο κατόπιν κοινής συμφωνίας (συμφωνία όλων των κρατών μελών).

Η διαδικασία διαπραγμάτευσης:

  1. Η Επιτροπή υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο για κάθε συγκεκριμένη συμφωνία. Εάν η συμφωνία αφορά πρωτίστως την εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, τις συστάσεις υποβάλλει ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.
  2. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο εκδίδει την απόφαση που επιτρέπει την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Επίσης, το Συμβούλιο εκδίδει συνήθως διαπραγματευτικές οδηγίες που θέτουν τους γενικούς στόχους οι οποίοι πρέπει να επιτευχθούν κατά τις διαπραγματεύσεις.
  3. Η Επιτροπή εκπροσωπεί την ΕΕ κατά τη διαπραγμάτευση, εκτός εάν η συμφωνία άπτεται της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, οπότε την ΕΕ εκπροσωπεί ο Ύπατος Εκπρόσωπος. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΕΕ και χωρών που δεν είναι μέλη της ΕΕ ή διεθνών οργανισμών διεξάγονται συνήθως σε επιμέρους 'γύρους'.
  4. Για ορισμένα είδη συμφωνιών, το Συμβούλιο διορίζει ειδική επιτροπή, η οποία διαβουλεύεται με την Επιτροπή καθόλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Η Επιτροπή υποβάλλει τακτικά εκθέσεις στην ειδική επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων.
  5. Το Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει αναθεωρημένες ή νέες διαπραγματευτικές οδηγίες ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Αυτό μπορεί να γίνει προκειμένου να μεταβληθεί η διαπραγματευτική θέση ή όταν ο διαπραγματευτής (η Επιτροπή) επιθυμεί να παρεκκλίνει από την προηγούμενη συμφωνημένη θέση.
  6. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν από κοινού ευθύνη για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των συμφωνιών που αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τις εσωτερικές πολιτικές και κανόνες της ΕΕ.
  7. Όταν ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις, το Συμβούλιο εκδίδει την απόφαση για την υπογραφή της συμφωνίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Συμβούλιο λαμβάνει επίσης απόφαση για την προσωρινή εφαρμογή μιας συμφωνίας. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις λαμβάνονται με βάση πρόταση της Επιτροπής.
  8. Το Συμβούλιο εκδίδει επίσης την τελική απόφαση για τη σύναψη της συμφωνίας, αφού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δώσει την έγκρισή του (για τις συμφωνίες σύνδεσης και για τομείς που υπόκεινται στη συνήθη νομοθετική διαδικασία ή στη διαδικασία έγκρισης) και όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ την έχουν επικυρώσει. Σε άλλους τομείς, εκτός των συμφωνιών που άπτονται της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, πρέπει να προηγηθεί διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.