Διακυβερνητικές διασκέψεις

Οι διασκέψεις των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συγκαλούνται για να συζητηθούν και να συμφωνηθούν τροποποιήσεις στη Συνθήκη ΕΕ. Οι συνεδριάσεις αυτές είναι γνωστές και ως 'διακυβερνητικές διασκέψεις' (ΔΚΔ).

Πριν τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας το 2009, αυτή ήταν η μόνη διαδικασία για αναθεώρηση της Συνθήκης. Τώρα λέγεται 'συνήθης διαδικασία αναθεώρησης'.

Πρόσφατες διακυβερνητικές διασκέψεις

Καινοτομίες στη Συνθήκη της Λισαβόνας

ΔΚΔ του 2007

Η ΔΚΔ συνεκλήθη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2007 με την εντολή να καταρτίσει σχέδιο μεταρρύθμισης της συνθήκης που "θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατική νομιμότητα της διευρυμένης Ένωσης, καθώς και τη συνοχή της εξωτερικής της δράσης".

Η διάσκεψη οδήγησε στη θέσπιση της Συνθήκης της Λισαβόνας, που άρχισε να ισχύει την 1η Δεκεμβρίου 2009.

Μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, ενοποιήθηκε η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

ΔΚΔ του 2004

Στην ΔΚΔ που άρχισε τον Οκτώβριο του 2003 συζητήθηκε το "σχέδιο συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης", το οποίο είχε ετοιμάσει η Ευρωπαϊκή Συνέλευση.

Το σύνταγμα, το οποίο υπέγραψαν οι αρχηγοί της ΕΕ τον Οκτώβριο του 2004, είχε σκοπό να αντικαταστήσει όλες τις υφιστάμενες συνθήκες με ένα και μόνο κείμενο.

Το κείμενο δεν επικυρώθηκε από όλες τις χώρες της ΕΕ, οπότε και δεν τέθηκε σε ισχύ.

Αναθεώρηση των συνθηκών της ΕΕ

Συνήθης διαδικασία αναθεώρησης

Επιτρέπει σε οιοδήποτε κράτος μέλος, στην Επιτροπή ή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να υποβάλουν πρόταση τροποποίησης της συνθήκης στο Συμβούλιο το οποίο, εν συνεχεία, την υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Δεν κοινοποιείται στα εθνικά κοινοβούλια.

Εάν η πλειοψηφία των κρατών μελών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι υπέρ της εξέτασης της πρότασης για τροποποίηση της συνθήκης, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου συγκαλεί 'συνέλευση'. Έχει δε προηγηθεί διαβούλευση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής. Εάν υπάρχουν νομισματικά θέματα πραγματοποιείται διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η συνέλευση, στην οποία μετέχουν αντιπρόσωποι των εθνικών κοινοβουλίων, αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων, μέλη του ΕΚ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συζητεί το σχέδιο τροποποιήσεων της συνθήκης. Οι συστάσεις της, που εγκρίνονται με ομοφωνία, διαβιβάζονται στη ΔΚΔ.

Μπορεί, επίσης, εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν δικαιολογούν συνέλευση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο - με τη συναίνεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - να ψηφίσει με απλή πλειοψηφία να μη προβεί σε διοργάνωση και να θέσει δικούς του όρους για τη ΔΚΔ.

Η ΔΚΔ, που συγκαλείται από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αποφασίζει ομόφωνα τις τροποποιήσεις της συνθήκης.

Απλουστευμένη διαδικασία αναθεώρησης

Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας εισήχθη ταχεία διαδικασία για την τροποποίηση των πολιτικών και των εσωτερικών δράσεων της ΕΕ, γνωστή και ως 'απλουστευμένη διαδικασία αναθεώρησης'. Η διαδικασία αυτή δεν απαιτεί συνέλευση ή ΔΚΔ.

Οι τροποποιήσεις συμφωνούνται ομόφωνα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής. Εάν οι τροποποιήσεις αφορούν νομισματικά θέματα, ζητείται η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η απόφαση δεν τίθεται σε ισχύ μέχρι να εγκριθεί από όλα τα κράτη μέλη.

Η διαδικασία αυτή δεν χρησιμοποιείται για αύξηση των εξουσιών της ΕΕ.

Η συνήθης νομοθετική διαδικασία

Η διαδικασία συναπόφασης εφαρμόζεται σε περίπου 85 τομείς πολιτικής της ΕΕ

Ειδικές νομοθετικές διαδικασίες

Υπάρχουν δύο ειδικές νομοθετικές διαδικασίες: η έγκριση και η διαβούλευση.

Ρήτρες 'γέφυρας'

Οι λεγόμενες ρήτρες 'γέφυρας' επιτρέπουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να αντικαταστήσει την ψηφοφορία με ομοφωνία στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία για ορισμένους τομείς πολιτικής.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί επίσης να αποφασίσει να μεταφέρει ορισμένους τομείς πολιτικής από την ειδική νομοθετική διαδικασία στη συνήθη νομοθετική διαδικασία, λεγόμενη και 'συναπόφαση', κατά την οποία το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συννομοθετεί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Και στις δύο περιπτώσεις, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενεργεί ομόφωνα και με τη συναίνεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα εθνικά κοινοβούλια μπορούν να ασκήσουν δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) έναντι των αποφάσεων εντός 6 μηνών, και να εμποδίσουν τη θέση τους σε ισχύ.

Επίσης, περιορισμένος αριθμός διατάξεων της συνθήκης μπορεί να αναθεωρηθεί με άλλες διαδικασίες.