Διεθνείς συμφωνίες για το κλίμα

Η βασική διεθνής συμφωνία στον τομέα της δράσης για το κλίμα είναι η σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC). Είναι μια από τις 3 συμβάσεις που εγκρίθηκαν στην παγκόσμια σύνοδο κορυφής του Ρίο για τη Γη το 1992. Μέχρι σήμερα έχει κυρωθεί από 195 χώρες. Ξεκίνησε ως εργαλείο για τη συνεργασία μεταξύ των χωρών με σκοπό να περιορίσουν την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη και την κλιματική αλλαγή και να αντιμετωπίσουν τις συνέπειές τους.

Το Συμβούλιο χειρίζεται δύο ζητήματα που σχετίζονται με την UNFCCC:

  • την κύρωση της τροποποίησης της Ντόχα στο Πρωτόκολλο του Κιότο, η οποία αφορά τις δεσμεύσεις κατά τη δεύτερη περίοδο, δηλαδή από το 2013 έως το 2020
  • τη συμφωνία των Παρισίων, τη νέα παγκόσμια συμφωνία για την κλιματική αλλαγή που θα καλύπτει όλες τις χώρες της UNFCCC: κύρωση, εφαρμογή και έναρξη ισχύος το 2020

Αναλυτικά

1. Πρωτόκολλο του Κιότο

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι χώρες που είχαν υπογράψει την UNFCCC συνειδητοποίησαν ότι απαιτούνταν αυστηρότερες διατάξεις για να μειωθούν οι εκπομπές. Το 1997 ενέκριναν το Πρωτόκολλο του Κιότο, το οποίο εισήγαγε νομικά δεσμευτικούς στόχους μείωσης των εκπομπών για τις ανεπτυγμένες χώρες.

Η δεύτερη περίοδος δεσμεύσεων του Πρωτοκόλλου του Κιότο άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2013 και λήγει το 2020. Σε αυτήν συμμετέχουν 38 ανεπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων η ΕΕ και τα 28 κράτη μέλη της. Η δεύτερη περίοδος καλύπτεται από την τροποποίηση της Ντόχα, με την οποία οι συμμετέχουσες χώρες έχουν δεσμευτεί να μειώσουν τις εκπομπές τους σε επίπεδο τουλάχιστον 18% χαμηλότερο από εκείνο του 1990. Η ΕΕ έχει δεσμευτεί να μειώσει τις εκπομπές της στο διάστημα αυτό κατά 20% από τα επίπεδα του 1990.

Η βασική αδυναμία του Πρωτοκόλλου του Κιότο είναι ότι υποχρεώνει μόνον τις ανεπτυγμένες χώρες να αναλάβουν δράση. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν το υπέγραψαν ποτέ, ο Καναδάς αποχώρησε πριν από το τέλος της πρώτης περιόδου δεσμεύσεων και η Ρωσία, η Ιαπωνία και η Νέα Ζηλανδία δεν συμμετέχουν στη δεύτερη περίοδο δεσμεύσεων, το Πρωτόκολλο του Κιότο αφορά πλέον μόνον το 14% περίπου των παγκόσμιων εκπομπών. Ωστόσο, περισσότερες από 70 αναπτυσσόμενες και ανεπτυγμένες χώρες έχουν διατυπώσει διάφορες μη δεσμευτικές υποσχέσεις για τη μείωση ή τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για τις οποίες είναι υπεύθυνες.

Στις 13 Ιουλίου 2015 το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση με την οποία εξουσιοδοτείται η ΕΕ να κυρώσει την τροποποίηση της Ντόχα, με την οποία θεσπίζεται η δεύτερη περίοδος δεσμεύσεων του Πρωτοκόλλου του Κιότο.

2. Συμφωνία των Παρισίων

Η διάσκεψη των Παρισίων για το κλίμα πραγματοποιήθηκε από τις 30 Νοεμβρίου έως τις 11 Δεκεμβρίου 2015.

Στις 12 Δεκεμβρίου τα μέρη κατέληξαν σε μια νέα παγκόσμια συμφωνία για την κλιματική αλλαγή. Η συμφωνία είναι ισορροπημένη και περιλαμβάνει ένα σχέδιο δράσης για να συγκρατηθεί η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη «αρκετά κάτω» από τους 2°C.

Η συμφωνία των Παρισίων άρχισε να ισχύει στις 4 Νοεμβρίου 2016, αφού εκπληρώθηκε η σχετική προϋπόθεση, δηλαδή κύρωση από 55 τουλάχιστον χώρες που να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 55% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Τα κύρια στοιχεία της συμφωνίας των Παρισίων είναι τα ακόλουθα:

  • μακροπρόθεσμος στόχος: οι κυβερνήσεις συμφώνησαν να συγκρατήσουν την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη αρκετά κάτω από τους 2°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και να συνεχίσουν τις προσπάθειες για τον περιορισμό της σε 1,5°C
  • συνεισφορές: πριν και κατά τη διάσκεψη των Παρισίων οι χώρες υπέβαλαν ολοκληρωμένα εθνικά σχέδια δράσης για το κλίμα με στόχο τη μείωση των εκπομπών τους
  • φιλοδοξία: οι κυβερνήσεις συμφώνησαν να κοινοποιούν κάθε 5 χρόνια τις συνεισφορές τους με σκοπό τον καθορισμό πιο φιλόδοξων στόχων
  • διαφάνεια: συμφώνησαν επίσης να γνωστοποιούν μεταξύ τους την πρόοδο που σημειώνουν προς την επίτευξη των στόχων τους και να ενημερώνουν σχετικά τους πολίτες, ώστε να εξασφαλίζονται η διαφάνεια και η εποπτεία
  • αλληλεγγύη: η ΕΕ και άλλες ανεπτυγμένες χώρες θα εξακολουθήσουν να παρέχουν χρηματοδότηση για το κλίμα ως βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες χώρες για να μπορέσουν να μειώσουν τις εκπομπές τους και να θωρακιστούν έναντι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής