Ο Γιούκι

και η Ένωση του Δάσους

Δεν είναι η πρώτη φορά που ξεσπάει καβγάς στο δάσος. Ο Γιούκι, ο μικρός αρχηγός των πυγολαμπίδων, ξυπνά απότομα από τις φωνές.

«Έξω από το σπίτι μου!» αναφωνεί η Λιλού η σκουληκαντέρα.

«Δεν πάω πουθενά αν δεν πάρω πίσω τις μαρμελάδες μου!» απαντά θυμωμένα η Φρίντα η σαλαμάνδρα. «Πού είναι;»

«Ωχ, οι κεραίες μου!» στενάζει ο Γιούκι.

Οι κεραίες του Γιούκι είναι πολύ ιδιαίτερες. Οι μελωδικοί ήχοι τις γαργαλούν ευχάριστα, ενώ οι φωνές τις πονούν φρικτά.

Ξαφνικά ο Γιούκι ακούει έναν τρομερό θόρυβο: «ΜΠΑΑΑΑΑΑΜΜΜΜ!».

Πετάγεται από το κρεβάτι του.

«Φτάνει πια! Πάω να τους πω ότι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί πια!»

Δεν είναι η πρώτη φορά που ξεσπάει καβγάς στο δάσος. Ο Γιούκι, ο μικρός αρχηγός των πυγολαμπίδων, ξυπνά απότομα από τις φωνές.

«Έξω από το σπίτι μου!» αναφωνεί η Λιλού η σκουληκαντέρα.

«Δεν πάω πουθενά αν δεν πάρω πίσω τις μαρμελάδες μου!» απαντά θυμωμένα η Φρίντα η σαλαμάνδρα. «Πού είναι;»

«Ωχ, οι κεραίες μου!» στενάζει ο Γιούκι.

Οι κεραίες του Γιούκι είναι πολύ ιδιαίτερες. Οι μελωδικοί ήχοι τις γαργαλούν ευχάριστα, ενώ οι φωνές τις πονούν φρικτά.

Ξαφνικά ο Γιούκι ακούει έναν τρομερό θόρυβο: «ΜΠΑΑΑΑΑΑΑΜΜΜ!».

Πετάγεται από το κρεβάτι του.

«Φτάνει πια! Πάω να τους πω ότι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί πια!»

«ΦΡΙΝΤΑ, ΜΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕΣ ΤΟ ΚΕΛΑΡΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΧΟΥΔΙΕΣ!» φωνάζει η Λιλού, η αρχηγίνα των σκουληκιών.

«Οι μαρμελάδες μου έχουν εξαφανιστεί. Έχω φάει τον κόσμο να τις βρω» απαντά η Φρίντα, η αρχηγίνα των σαλαμάνδρων. «Λυπάμαι που κατέρρευσε το ταβάνι σου ενώ έσκαβα στο χώμα!»

Σκοντάφτει πάνω σε ένα τεράστιο μπισκότο και πέφτει φαρδιά πλατιά πάνω στη Λιλού.

«ΩΧ! Δεν μπορώ να πάρω ανάσα!» ασθμαίνει η Λιλού. «Δεν τις έχω εγώ τις μαρμελάδες σου. Φύγε τώρα από δω, αυτή η γη είναι ΔΙΚΗ ΜΟΥ!»

«Χμ» λέει ο Γιούκι σιγανά, «μπορείτε να ηρεμήσετε, σας παρακαλώ;»

Προσπαθεί να τις χωρίσει, αλλά ένα φτερούγισμα τον πετάει στην άκρη. Είναι ο Πίκος, ο αρχηγός των τρυποκάρυδων.

«ΔΙΚΗ ΣΟΥ είναι αυτή η γη;» ρωτά ενοχλημένος ο Πίκος. «Ποια νομίζεις πως είσαι, Λιλού; Η βασίλισσα του δάσους;»

Οι κεραίες του Γιούκι τον πονούν.

«Τους βαρέθηκα τους καβγάδες σας! Πάω να φύγω από δω!»

Με βαριά καρδιά φεύγει πετώντας, αφήνοντας πίσω του τις φωνές.

«ΦΡΙΝΤΑ, ΜΟΥ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕΣ ΤΟ ΚΕΛΑΡΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΧΟΥΔΙΕΣ!» φωνάζει η Λιλού, η αρχηγίνα των σκουληκιών.

«Οι μαρμελάδες μου έχουν εξαφανιστεί. Έχω φάει τον κόσμο να τις βρω» απαντά η Φρίντα, η αρχηγίνα των σαλαμάνδρων. «Λυπάμαι που κατέρρευσε το ταβάνι σου ενώ έσκαβα στο χώμα!»

Σκοντάφτει πάνω σε ένα τεράστιο μπισκότο και πέφτει φαρδιά πλατιά πάνω στη Λιλού.

«ΩΧ! Δεν μπορώ να πάρω ανάσα!» ασθμαίνει η Λιλού. «Δεν τις έχω εγώ τις μαρμελάδες σου. Φύγε τώρα από δω, αυτή η γη είναι ΔΙΚΗ ΜΟΥ!»

«Χμ» λέει ο Γιούκι σιγανά, «μπορείτε να ηρεμήσετε, σας παρακαλώ;»

Προσπαθεί να τις χωρίσει, αλλά ένα φτερούγισμα τον πετάει στην άκρη. Είναι ο Πίκος, ο αρχηγός των τρυποκάρυδων.

«ΔΙΚΗ ΣΟΥ είναι αυτή η γη;» ρωτά ενοχλημένος ο Πίκος. «Ποια νομίζεις πως είσαι, Λιλού; Η βασίλισσα του δάσους;»

Οι κεραίες του Γιούκι τον πονούν.

«Τους βαρέθηκα τους καβγάδες σας! Πάω να φύγω από δω!»

Με βαριά καρδιά φεύγει πετώντας, αφήνοντας πίσω του τις φωνές.

Ο λόφος είναι το πιο ήσυχο μέρος του δάσους. Εκεί ζει ο Δένδριος, η γέρικη βελανιδιά.

«Τι συμβαίνει, μικρέ μου Γιούκι;» ρωτάει, έχοντας μόλις ξυπνήσει από τον μεσημεριανό υπνάκο του.

«Ωχ, συγγνώμη που σε ξύπνησα, Δένδριε. Έψαχνα να βρω κάπου ησυχία. Οι άλλοι αρχηγοί μαλώνουν πάλι. Πόνεσαν οι κεραίες μου, και έτσι έφυγα!»

«Πρέπει να τους μιλήσεις, Γιούκι. Δεν μπορείς να τα παρατάς με την παραμικρή δυσκολία».

«Μα κανείς δεν μ’ ακούει! Νιώθω τόσο μικρός! Καθόλου δεν τους ενδιαφέρει τους άλλους αρχηγούς η γνώμη μου».

«Θα σου πω μια ιστορία» λέει το γέρικο δέντρο.

Ο λόφος είναι το πιο ήσυχο μέρος του δάσους. Εκεί ζει ο Δένδριος, η γέρικη βελανιδιά.

«Τι συμβαίνει, μικρέ μου Γιούκι;» ρωτάει, έχοντας μόλις ξυπνήσει από τον μεσημεριανό υπνάκο του.

«Ωχ, συγγνώμη που σε ξύπνησα, Δένδριε. Έψαχνα να βρω κάπου ησυχία. Οι άλλοι αρχηγοί μαλώνουν πάλι. Πονάνε οι κεραίες μου, και έτσι έφυγα!»

«Πρέπει να τους μιλήσεις, Γιούκι. Δεν μπορείς να τα παρατάς με την παραμικρή δυσκολία».

«Μα κανείς δεν μ’ ακούει! Νιώθω τόσο μικρός! Καθόλου δεν τους ενδιαφέρει τους άλλους αρχηγούς η γνώμη μου».

«Θα σου πω μια ιστορία» λέει το γέρικο δέντρο.

«Πριν από πολύ καιρό, τα ζώα του δάσους καβγάδιζαν συνέχεια...»

«Εννοείς ότι οι παππούδες και οι γιαγιάδες της Λιλού, του Πίκου και της Φρίντα μάλωναν κι αυτοί;» ρωτάει ο Γιούκι.

«Όχι μόνο μάλωναν... πολύ χειρότερα. Στην αρχή απλώς τσακώνονταν, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να βρουν λύση, στο τέλος ξέσπασε πόλεμος. Κατέληξαν να καταστρέψουν ένα μεγάλο μέρος του δάσους».

Ο Γιούκι κοιτάζει τον Δένδριο με ορθάνοιχτα μάτια.

«Και ενώ ο πόλεμος μαινόταν καταστρέφοντας το δάσος» συνέχισε ο Δένδριος, «ξέσπασε σφοδρή ανεμοθύελλα, από την οποία ξεπρόβαλε μια τεράστια φωτεινή γυάλινη κατασκευή. Ήταν ο Φανός».

«Ο Φανός;!» αναφώνησε ο Γιούκι και το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Υπάρχει στ’ αλήθεια;»

«Βεβαίως! Λένε μάλιστα ότι, μόλις οι αρχηγοί μπήκαν στον Φανό, βρήκαν τη δύναμη να συζητήσουν ήρεμα μεταξύ τους, και έτσι κατάφεραν να ξαναφέρουν την ειρήνη».

«Πριν από πολύ καιρό, τα ζώα του δάσους καβγάδιζαν συνέχεια...»

«Εννοείς ότι οι παππούδες και οι γιαγιάδες της Λιλού, του Πίκου και της Φρίντα μάλωναν κι αυτοί;» ρωτάει ο Γιούκι.

«Όχι μόνο μάλωναν... πολύ χειρότερα. Στην αρχή απλώς τσακώνονταν, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να βρουν λύση, στο τέλος ξέσπασε πόλεμος. Κατέληξαν να καταστρέψουν ένα μεγάλο μέρος του δάσους».

Ο Γιούκι κοιτάζει τον Δένδριο με ορθάνοιχτα μάτια.

«Και ενώ ο πόλεμος μαινόταν καταστρέφοντας το δάσος» συνέχισε ο Δένδριος, «ξέσπασε σφοδρή ανεμοθύελλα, από την οποία ξεπρόβαλε μια τεράστια φωτεινή γυάλινη κατασκευή. Ήταν ο Φανός».

«Ο Φανός;!» αναφώνησε ο Γιούκι και το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Υπάρχει στ’ αλήθεια;»

«Βεβαίως! Λένε μάλιστα ότι, μόλις οι αρχηγοί μπήκαν στον Φανό, βρήκαν τη δύναμη να συζητήσουν ήρεμα μεταξύ τους, και έτσι κατάφεραν να ξαναφέρουν την ειρήνη».

«Βλέπεις» συνεχίζει ο Δένδριος, «ακόμη και αν δεν συμφωνούμε, πρέπει να μάθουμε ν’ ακούμε ο ένας τον άλλον».

«Το ξέρω» λέει ο Γιούκι, «αλλά είναι πιο εύκολο να το λες παρά να το κάνεις».

«Πρέπει να προσπαθήσεις» επέμεινε ο Δένδριος. «Έχει έρθει η ώρα να συγκεντρώσουμε και πάλι τους ηγέτες, και όχι μόνο. Μακάρι τα ζώα του δάσους να ένωναν τις δυνάμεις τους, για να μην ξαναγίνει πόλεμος ποτέ και...»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του ο Δένδριος και άρχισαν πάλι να ακούγονται φωνές από μακριά.

«Ωχ, οι κεραίες μου!» λέει ο Γιούκι θυμωμένος. «Ως εδώ ακούγονται οι φωνές τους! Θα πρέπει να τα βγάλουν πέρα χωρίς εμένα».

«Πήγαινε πίσω μικρέ μου» λέει ο Δένδριος, «με τη φυγή δεν λύνεται τίποτα».

Όμως, παρόλο που σιγά σιγά νυχτώνει, ο Γιούκι δεν τολμά να γυρίσει στο σπίτι του.

Αφού περιπλανιέται άσκοπα για λίγη ώρα, ο Γιούκι κουλουριάζεται χωμένος στη διχάλα ενός κλαδιού που επιπλέει στη λίμνη. Τρέμει.

Κοιτάζοντας το τοπίο θυμάται τα πικ νικ που έκανε στην ακροποταμιά με τη Φρίντα, αλλά και που στροβιλιζόταν στον αέρα με τον Πίκο ενώ η Λιλού τους επευφημούσε.

Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό του. Και μόνο η σκέψη ότι δεν θα ξαναδεί τους φίλους του να παίζουν μαζί τον στενοχωρεί.

Ξαφνικά βλέπει μια ακτίνα φωτός να καθρεφτίζεται στη λίμνη.

«Μήπως... Μήπως είναι ο Φανός;» αναρωτιέται.

Με αναπτερωμένο το ηθικό, ο Γιούκι ακολουθεί το φως.

Κοιτάζοντας το τοπίο θυμάται τα πικ νικ που έκανε στην ακροποταμιά με τη Φρίντα, αλλά και που στροβιλιζόταν στον αέρα με τον Πίκο ενώ η Λιλού τους επευφημούσε.

Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό του. Και μόνο η σκέψη ότι δεν θα ξαναδεί τους φίλους του να παίζουν μαζί τον στενοχωρεί.

Ξαφνικά βλέπει μια ακτίνα φωτός να καθρεφτίζεται στη λίμνη.

«Μήπως... Μήπως είναι ο Φανός;» αναρωτιέται.

Με αναπτερωμένο το ηθικό, ο Γιούκι ακολουθεί το φως.

Μετακινηθείτε με κύλιση προς τα κάτω για να ανάψετε τον Φανό

«Πω πω!

Είναι ό,τι πιο όμορφο έχω δει ποτέ!» ψιθυρίζει ο Γιούκι έκθαμβος, βλέποντας τον Φανό να λάμπει στο σκοτάδι.

Μετακινηθείτε με κύλιση προς τα κάτω για να ανάψετε τον Φανό

«Πω πω!

Είναι ό,τι πιο όμορφο έχω δει ποτέ!» ψιθυρίζει ο Γιούκι έκθαμβος, βλέποντας τον Φανό να λάμπει στο σκοτάδι.

Μια σαρανταποδαρούσα τού φράζει τον δρόμο.

«Στοπ! Μπορώ να σε βοηθήσω;» ρωτά ο Κύρος, ο φύλακας του Φανού.

«Χμμμ... Πρέπει να συγκεντρώσουμε τους αρχηγούς. Πρέπει να σταματήσουν να μαλώνουν προτού ξεσπάσει πόλεμος».

«Πόλεμος;!» επαναλαμβάνει ο Κύρος τρέμοντας. «Θα δώσω αμέσως σήμα για να γίνει συμβούλιο αρχηγών!»

Φυσάει με όλη του τη δύναμη μέσα σε μια σάλπιγγα φτιαγμένη από φύλλα: «ΤΑΡΑ ΤΑΤΑΑΑΑΑ!».

Ο ήχος είναι τόσο δυνατός, που αντιλαλεί σε ολόκληρο το δάσος.

Η Φρίντα, ο Πίκος και η Λιλού κάνουν την εμφάνισή τους στο βάθος.

«Κύρε!» αναφωνεί η Φρίντα. «Πέρασε τόσος καιρός! Την τελευταία φορά που άκουσα αυτήν τη σάλπιγγα, ήμουν μαζί με τη γιαγιά μου!»

«Τι κάνετε όλοι εδώ;» αναφωνεί ο Γιούκι έκπληκτος.

«Τι σόι ερώτηση είναι αυτή; Όλοι πρέπει να ερχόμαστε στον Φανό αμέσως όποτε ακούμε το κάλεσμα του Κύρου· έτσι λέει ο κανόνας» απαντάει η Λιλού υπεροπτικά.

«Δηλαδή, όλοι ξέρατε ότι μπορούσαμε να συναντηθούμε εδώ για να συζητήσουμε και κανείς σας δεν σκέφτηκε να έρθουμε νωρίτερα;» ψελλίζει ο Γιούκι.

«Η αλήθεια είναι» λέει η Λιλού «ότι είναι πολύ δύσκολο να κάνω συζήτηση με την άμυαλη σαλαμάνδρα που κατέστρεψε το κελάρι με τις λιχουδιές μου».

«Άμυαλη;! Εσύ έχεις το πρόβλημα· νομίζεις ότι όλες οι λιχουδιές του δάσους σου ανήκουν!» απαντά κοφτά η Φρίντα.

«Ναι, σκουληκαντέρα, νομίζεις πως είσαι η βασίλισσα του δάσους!» προσθέτει ο Πίκος περιφρονητικά.

Οι κεραίες του Γιούκι αρχίζουν να πονούν. Όμως, τα λόγια του Δένδριου αντηχούν στο μυαλό του: «Ακόμη και αν δεν συμφωνούμε, πρέπει να μάθουμε ν’ ακούμε ο ένας τον άλλον». Μαζεύει όλο το θάρρος του για να μιλήσει στους άλλους.

«Φίλοι μου, ηρεμήστε» λέει. «Όλοι έχουμε τους λόγους μας που θυμώνουμε, που φοβόμαστε τον χειμώνα· φοβόμαστε να μην ξεμείνουμε από φαγητό, φοβόμαστε για τις κοινότητές μας... Όμως πρέπει να μείνουμε ενωμένοι.

Ο Φανός είναι ένα ιδιαίτερο μέρος. Είναι το μέρος όπου οι παππούδες μας συμφιλιώθηκαν. Όταν μπούμε μέσα, θα μιλήσουμε όλοι με τη σειρά, ενώ οι υπόλοιποι θα ακούν».

Ξαφνιασμένοι από τον δυναμισμό του Γιούκι, οι άλλοι ηγέτες παραμένουν σιωπηλοί. Ο Κύρος ανοίγει τις πόρτες του Φανού.

«Ποιος θέλει να μιλήσει;» ρωτάει ο Γιούκι.

«Εγώ! Εγώ!» πετάγεται η Φρίντα. «Λοιπόν, χτες το πρωί κατάλαβα ότι έλειπαν οι μαρμελάδες μου. Έψαξα παντού για να βρω τα ίχνη του κλέφτη. Μου μύρισε κάτι γλυκό κάτω από το χώμα, οπότε έσκαψα και ξαφνικά βρέθηκα μέσα στο κελάρι με τις λιχουδιές της Λιλού».

«Δεν έκλεψα εγώ τις παλιομαρμελάδες σου!» διαμαρτύρεται η Λιλού. «Όμως εσύ κατέστρεψες το κελάρι μου! Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;»

Η Φρίντα πάει να απαντήσει, άλλα ο Γιούκι τη διακόπτει.

«Περίμενε μια στιγμή, Φρίντα, είναι η σειρά του Πίκου να μιλήσει τώρα».

Όλα τα μάτια είναι τώρα στραμμένα στον τρυποκάρυδο. Δεν έχει πει λέξη από τότε που άρχισε η συνάντηση.

«Εγώ, εεε... εγώ το έκανα».

«Τι;!» αναφωνεί η Φρίντα.

«Πήρα λίγη μαρμελάδα από το απόθεμά σου χωρίς να σε ρωτήσω» ομολογεί ο Πίκος.

«Γιατί το έκανες αυτό;» ρωτάει ο Γιούκι.

«Για να σώσω τα μικρά μου» εξηγεί ο Πίκος. «Δεν υπάρχει πια αρκετό φαγητό στη γη μας. Τα μικρά μου δεν θα επιβιώσουν τον χειμώνα αν δεν έχουν να φάνε».

Στον Φανό πέφτει βαθιά σιωπή.

«Έχω μια ιδέα!» αναφωνεί ο Γιούκι. «Λιλού, κάποτε μου είπες ότι οι σήραγγες που σκάβουν τα σκουλήκια βοηθούν να κυκλοφορεί ο αέρας καλύτερα κάτω από τη γη. Έτσι το χώμα γίνεται εύφορο, άρα τα φυτά αναπτύσσονται καλύτερα, έτσι δεν είναι;»

«Σωστά, λιπαίνουμε το έδαφος» λέει περήφανα η Λιλού. «Πού το πας όμως;»

«Φαντάσου να γινόταν τα σκουλήκια να σκάψουν σήραγγες κάτω από ολόκληρο το δάσος» λέει ο Γιούκι. «Θα υπήρχαν περισσότερα φυτά και περισσότερα φρούτα, άρα και περισσότερο φαγητό για εμάς τα ζώα».

«Δηλαδή, τα σκουλήκια να πηγαίνουν όπου θέλουν, αλλά εμείς οι υπόλοιποι όχι; Περίφημη ιδέα!» λέει ειρωνικά ο Πίκος.

«Όχι μόνο τα σκουλήκια» λέει ο Γιούκι. «Όλα τα ζώα θα είναι ελεύθερα να πηγαίνουν όπου θέλουν».

«Αυτό σημαίνει ότι εγώ θα μπορώ να μαζεύω φρούτα παντού και όχι μόνο στη δική μου γη;» ρωτάει η Φρίντα γεμάτη ελπίδα.

«Κι εγώ θα έχω περισσότερο φαγητό για τα μικρά μου;» ρωτάει ο Πίκος και το πρόσωπό του φωτίζεται.

Η Λιλού δεν λέει τίποτα. Δεν της αρέσει να μοιράζεται. Αλλά, από την άλλη, πάντα ήταν το όνειρό της να περιπλανιέται σε ατελείωτες σήραγγες...

«Με άλλα λόγια, προτείνεις να ενώσουμε τη γη μας και τα αγαθά μας, ώστε να μπορούμε όλοι να τα χαιρόμαστε;» ρωτάει.

«Ακριβώς!» αναφωνεί ο Πίκος. «Πρέπει να ενωθούμε!»

«Τι θα λέγατε να φτιάξουμε μια κανονική ένωση ανάμεσα στις κοινότητές μας;» προτείνει η Φρίντα ενθουσιασμένη. «Κάτι σαν συμφωνία που θα λέει ότι θα βοηθάμε ο ένας τον άλλον;»

«Ναι!» αναφωνεί ο Γιούκι. «Περίφημη ιδέα. Και ο Δένδριος αυτό θέλει. Μπορούμε να την ονομάσουμε “Ένωση του Δάσουςˮ!»

Σύσσωμη η συνέλευση των αρχηγών ξεσπά σε χειροκροτήματα.

Ξαφνικά, ο Φανός γεμίζει με υπέροχα χρώματα. Ο αέρας φέρνει ένα φύλλο βελανιδιάς το οποίο προσγειώνεται ακριβώς στη μέση.

«Πατήστε το φύλλο με το πόδι σας, για να αφήσετε το αποτύπωμά σας. Στο εξής θα είστε μέλος της Ένωσης του Δάσους» διακηρύσσει η Λιλού.

«Περιμένετε! Και τι θα γίνει αν κάποιος σταματήσει να τηρεί τη συμφωνία μας;» ρωτάει ο Πίκος.

«Ή αν αρχίσουμε πάλι να μαλώνουμε;» προσθέτει η Φρίντα.

Δυσπιστία απλώθηκε στον Φανό. Τα φώτα χαμήλωσαν.

«Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα μαζευτούμε ξανά εδώ για να βρούμε λύση» λέει ο Γιούκι. «Πρέπει όλοι να τηρούμε αυτά που αποφασίσαμε εδώ. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας».

Τα άλλα ζώα συμφωνούν. Ο Φανός αρχίζει και πάλι να φέγγει.

Ξαφνικά, το φύλλο της βελανιδιάς φωτίζεται και αρχίζει να πετάει ψηλά προς τ’ αστέρια. Έκπληκτοι, οι αρχηγοί βγαίνουν έξω και βλέπουν μια έντονη λάμψη να έχει απλωθεί στο δάσος.

«Πω πω!» αναφωνούν έκθαμβοι, αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον.

«Μαζί, όλοι ακτινοβολούμε!» αναφωνεί ο Γιούκι, χαμογελώντας στους αγαπημένους του φίλους.

Ο Γιούκι συνειδητοποιεί ότι οι κεραίες του δεν τον πονούν πια.

Και τότε ακούν μια φωνή:

«Κι εμένα; Με ξεχάσατε;!» παραπονιέται ο Κύρος ο φύλακας. «Και οι σαρανταποδαρούσες θέλουν να μπουν στην Ένωσή σας!»

Εκπαιδευτικό υλικό

Για παιδιά

Βιβλίο δραστηριοτήτων «Μαθαίνω με τον Γιούκι»: επεξηγεί τα ιστορικά στοιχεία και τα γεγονότα στα οποία βασίζονται οι μεταφορές που περιέχονται στην εικονογραφημένη ιστορία και παραθέτει διασκεδαστικές δραστηριότητες και παιχνίδια.

Για τον εκπαιδευτικό

Οδηγός για εκπαιδευτικούς για χρήση στην τάξη. Περιλαμβάνει προτάσεις για θεματικές συζητήσεις και δραστηριότητες για τους μαθητές με σκοπό την επίτευξη καθορισμένων μαθησιακών στόχων.

Περισσότερες πληροφορίες

Η ιστορία του Γιούκι και των φίλων του δημιουργήθηκε για να εξηγήσει στα παιδιά 7-9 ετών τι είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και πώς ξεκίνησε. Αναδεικνύει τον βασικό λόγο της ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης: την παγίωση της ειρήνης μεταξύ των κρατών μελών της.

Το πακέτο των πόρων παρέχει επίσης βασικές πληροφορίες σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση και εξοικειώνει τα παιδιά με έννοιες όπως τον πόλεμο, την ειρήνη και την επίλυση συγκρούσεων. Εξηγεί επίσης τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «σπιτιού των κρατών μελών» στην καρδιά της Ένωσης.

Συγγραφέας: Magali Pingaut

Συνεργάτες: Angélique Berhault, Nathalie Vandelle

Εικονογράφηση: Thomas Leclercq

Γραφικός σχεδιασμός: Angélique Berhault, José Sánchez Martínez

Μετάφραση:  Ευτυχία Μοτάκη, Ηρώ Νικολάου (Μεταφραστική υπηρεσία, Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης)

Ευχαριστίες σε όλους όσους συνέβαλαν σε αυτό το έργο και ιδίως στους: Marta Ausín García, Liliana Bicanová, Kathleen Bulteel, Leszek Jarosz, Αχιλλέα Καρρά, Steffen Ludwig, Inga Rosinska, Nadia Spirito