Άρθρο 96 - Βασικά στοιχεία : διαδικασία διαβούλευσης και κατάλληλα μέτρα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις δημοκρατικές αρχές και τους κανόνες δικαίου
«1. Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, ο όρος "μέρος" αναφέρεται στην Κοινότητα και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφενός, και σε κάθε κράτος ΑΚΕ, αφετέρου.
1α. Αμφότερα τα μέρη συμφωνούν, εκτός εάν πρόκειται για περίπτωση ειδικής έκτακτης ανάγκης, να εξαντλούν όλα τα δυνατά περιθώρια διαλόγου βάσει του άρθρου 8, πριν αρχίσουν τις διαβουλεύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.
2α. Αν, παρά τον πολιτικό διάλογο σε σχέση με τα ουσιώδη στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 8 και στην παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου, ένα μέρος εκτιμά ότι το άλλο μέρος παραλείπει να εκπληρώσει μια υποχρέωσή του που απορρέει από τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, το εν λόγω μέρος, εκτός αν πρόκειται για περίπτωση ειδικής έκτακτης ανάγκης, παρέχει, στο άλλο μέρος και στο Συμβούλιο Υπουργών, όλες τις σχετικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διεξοδική εξέταση της κατάστασης με σκοπό την εξεύρεση λύσης αποδεκτής από τα μέρη. Προς τούτο, καλεί το άλλο μέρος σε διεξαγωγή διαβουλεύσεων με κύριο θέμα τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρέπει να ληφθούν από το ενδιαφερόμενο μέρος για την επανόρθωση της κατάστασης σύμφωνα με το παράρτημα VII.
Οι διαβουλεύσεις διεξάγονται στο επίπεδο και με τη μορφή που κρίνονται καταλληλότερα για την εξεύρεση λύσης.
Οι διαβουλεύσεις αρχίζουν το αργότερο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της πρόσκλησης και συνεχίζονται για μια περίοδο η οποία καθορίζεται με κοινή συμφωνία, ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβίασης. Ουδέποτε ο διάλογος που διεξάγεται στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης διαρκεί περισσότερο από 120 ημέρες.
Εάν οι διαβουλεύσεις δεν καταλήξουν σε λύση αποδεκτή και από τα δύο μέρη, ή σε περίπτωση άρνησης διεξαγωγής διαβουλεύσεων, ή σε περίπτωση ειδικής έκτακτης ανάγκης, είναι δυνατόν να λαμβάνονται ενδεδειγμένα μέτρα. Τα μέτρα αυτά ανακαλούνται μόλις εκλείψουν οι λόγοι για τους οποίους ελήφθησαν.
Ο όρος «περιπτώσεις ειδικής έκτακτης ανάγκης» αναφέρεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής και κατάφωρης παραβίασης ενός από τα θεμελιώδη στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρο 9, οι οποίες απαιτούν άμεση αντίδραση.
Το μέρος που καταφεύγει στη διαδικασία ειδικής έκτακτης ανάγκης ενημερώνει ξεχωριστά το άλλο μέρος και το Συμβούλιο των Υπουργών για το γεγονός, εκτός από την περίπτωση που δεν έχει στη διάθεσή του τον απαιτούμενο χρόνο.
Τα «κατάλληλα μέτρα» που αναφέρονται στο παρόν άρθρο είναι μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και αναλογικά με την παραβίαση. Κατά την επιλογή των μέτρων αυτών, δίδεται προτεραιότητα σε αυτά που διαταράσσουν λιγότερο την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.
Η αναστολή αποτελεί, ασφαλώς μέτρο έσχατης ανάγκης.
Όταν λαμβάνονται μέτρα σε περιπτώσεις ειδικής έκτακτης ανάγκης, ανακοινώνονται αμέσως στο άλλο μέρος και στο Συμβούλιο των Υπουργών. Μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου μέρους, μπορούν να διεξάγονται διαβουλεύσεις για να εξεταστεί λεπτομερώς η κατάσταση και, ει δυνατόν, να εξευρεθούν λύσεις. Οι διαβουλεύσεις αυτές διεξάγονται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που καθορίζονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο του σημείου α).»
Απόσπασμα από τη Συμφωνία του Κοτονού
Τελευταία ενημέρωση: 11 Ιανουαρίου 2024