"Χρησιμοποιούμε cookies για να εξασφαλίσουμε τη βελτίωση της εμπειρίας περιήγησής σας. Χρειαζόμαστε τα απαραίτητα cookies για την υποστήριξη των βασικών λειτουργιών του ιστοτόπου του Συμβουλίου. Τα προαιρετικά cookies μας βοηθούν στην εκπόνηση ανώνυμων και συγκεντρωτικών στατιστικών, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών σας.
Μεταναστευτική πολιτική: Συμφωνία στο Συμβούλιο σχετικά με βασικά νομοθετήματα για το άσυλο και τη μετανάστευση
Το Συμβούλιο έκανε σήμερα ένα αποφασιστικό βήμα προς τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για το άσυλο και τη μετανάστευση. Συμφώνησε επί διαπραγματευτικής θέσης σχετικά με τον κανονισμό για τη διαδικασία ασύλου και τον κανονισμό για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης. Η θέση αυτή θα αποτελέσει τη βάση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Προεδρίας του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο του τις προκλήσεις της μετανάστευσης. Οι χώρες πρώτης γραμμής χρειάζονται την αλληλεγγύη μας και όλα τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να βασίζονται στην υπεύθυνη τήρηση των συμφωνηθέντων. Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που σε αυτή τη βάση συμφωνήσαμε επί της διαπραγματευτικής μας θέσης.
Maria Malmer Stenergard, Υπουργός Μετανάστευσης της Σουηδίας
Εξορθολογισμός της διαδικασίας ασύλου
Με τον κανονισμό για τη διαδικασία ασύλου θεσπίζεται μια κοινή διαδικασία σε ολόκληρη την ΕΕ την οποία πρέπει να ακολουθούν τα κράτη μέλη όταν άνθρωποι ζητούν διεθνή προστασία. Εξορθολογίζονται οι διαδικαστικές ρυθμίσεις (π.χ. διάρκεια της διαδικασίας) και καθορίζονται πρότυπα για τα δικαιώματα του αιτούντος άσυλο (π.χ. παροχή υπηρεσιών διερμηνέα ή δικαίωμα σε νομική συνδρομή και εκπροσώπηση).
Ο κανονισμός αποσκοπεί επίσης στην πρόληψη της κατάχρησης του συστήματος με τον καθορισμό σαφούς υποχρέωσης για τους αιτούντες να συνεργάζονται με τις αρχές καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Διαδικασίες στα σύνορα
Με τον κανονισμό για τη διαδικασία ασύλου θεσπίζονται επίσης υποχρεωτικές διαδικασίες στα σύνορα, προκειμένου να αξιολογείται ταχέως στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ κατά πόσον οι αιτήσεις είναι αβάσιμες ή απαράδεκτες. Τα πρόσωπα που υπόκεινται στη διαδικασία ασύλου στα σύνορα δεν επιτρέπεται να εισέλθουν στο έδαφος του κράτους μέλους.
Η διαδικασία στα σύνορα θα εφαρμόζεται όταν ο αιτών άσυλο υποβάλλει αίτηση σε σημείο διέλευσης των εξωτερικών συνόρων, μετά από σύλληψη σε σχέση με παράνομη διέλευση των συνόρων και ύστερα από την αποβίβαση έπειτα από επιχείρηση έρευνας και διάσωσης. Η διαδικασία είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη εάν ο αιτών συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, έχει παραπλανήσει τις αρχές με ψευδείς πληροφορίες ή με απόκρυψη πληροφοριών και εάν ο αιτών έχει υπηκοότητα με ποσοστό αναγνώρισης κάτω του 20%.
Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας ασύλου και επιστροφής στα σύνορα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες.
Επαρκής ικανότητα
Για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών στα σύνορα, τα κράτη χρειάζεται να εξασφαλίσουν επαρκή ικανότητα, όσον αφορά την υποδοχή και τους ανθρώπινους πόρους, που απαιτείται για την εξέταση ανά πάσα στιγμή συγκεκριμένου αριθμού αιτήσεων και για την επιβολή των αποφάσεων επιστροφής.
Σε επίπεδο ΕΕ, αυτή η επαρκής ικανότητα είναι 30.000. Η επαρκής ικανότητα κάθε κράτους μέλους θα καθορίζεται βάσει μαθηματικού τύπου που θα λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των αντικανονικών διελεύσεων των συνόρων και των αρνήσεων εισόδου, υπολογιζόμενων για περίοδο τριών ετών.
Τροποποίηση των κανόνων του Δουβλίνου
Ο κανονισμός για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης (AMMR) αναμένεται να αντικαταστήσει, μόλις συμφωνηθεί, τον ισχύοντα κανονισμό του Δουβλίνου. Ο κανονισμός του Δουβλίνου θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν ποιο κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου. Ο κανονισμός για τη διαχείριση του ασύλου θα εξορθολογίσει τους κανόνες αυτούς και θα συντομεύσει τις προθεσμίες. Για παράδειγμα, η τρέχουσα περίπλοκη διαδικασία εκ νέου ανάληψης που αποσκοπεί στη μεταφορά αιτούντος στο κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την αίτησή του θα αντικατασταθεί από απλή κοινοποίηση εκ νέου ανάληψης.
Νέος μηχανισμός αλληλεγγύης
Για να εξισορροπηθεί το ισχύον σύστημα, σύμφωνα με το οποίο λίγα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τη συντριπτική πλειονότητα των αιτήσεων ασύλου, προτείνεται ένας νέος μηχανισμός αλληλεγγύης που είναι απλός, προβλέψιμος και λειτουργικός. Οι νέοι κανόνες συνδυάζουν την υποχρεωτική αλληλεγγύη με ευελιξία για τα κράτη μέλη όσον αφορά την επιλογή των μεμονωμένων συνεισφορών. Οι συνεισφορές αυτές περιλαμβάνουν μετεγκατάσταση, χρηματοδοτικές συνεισφορές ή εναλλακτικά μέτρα αλληλεγγύης, όπως ανάπτυξη προσωπικού ή μέτρα που επικεντρώνονται στην ανάπτυξη ικανοτήτων. Τα κράτη μέλη διαθέτουν πλήρη διακριτική ευχέρεια ως προς το είδος της αλληλεγγύης που συνεισφέρουν. Κανένα κράτος μέλος δεν θα υποχρεωθεί ποτέ να πραγματοποιήσει μετεγκαταστάσεις.
Θα υπάρχει ελάχιστος ετήσιος αριθμός μετεγκαταστάσεων από κράτη μέλη μέσω των οποίων τα περισσότερα άτομα εισέρχονται στην ΕΕ, σε κράτη μέλη που είναι λιγότερο εκτεθειμένα σε τέτοιες αφίξεις. Ο αριθμός αυτός ορίζεται σε 30.000, ενώ ο ελάχιστος ετήσιος αριθμός χρηματοδοτικών συνεισφορών θα καθοριστεί σε 20.000 ευρώ ανά μετεγκατάσταση. Οι αριθμοί αυτοί μπορεί να αυξηθούν όπου είναι αναγκαίο και θα ληφθούν επίσης υπόψη περιπτώσεις στις οποίες δεν προβλέπεται ανάγκη για αλληλεγγύη σε δεδομένο έτος.
Προκειμένου να αντισταθμιστεί ο ενδεχομένως ανεπαρκής αριθμός δεσμεύσεων μετεγκατάστασης, θα είναι διαθέσιμες αντισταθμίσεις ευθύνης ως μέτρο αλληλεγγύης δεύτερου επιπέδου, υπέρ των κρατών μελών που επωφελούνται από την αλληλεγγύη. Αυτό θα σημαίνει ότι το συνεισφέρον κράτος μέλος θα αναλαμβάνει την ευθύνη για την εξέταση αίτησης ασύλου από πρόσωπα τα οποία, υπό κανονικές συνθήκες, θα υπόκειντο σε μεταφορά στο υπεύθυνο κράτος μέλος (επωφελούμενο κράτος μέλος). Το σύστημα αυτό θα καταστεί υποχρεωτικό εάν οι δεσμεύσεις μετεγκατάστασης υπολείπονται του 60% των συνολικών αναγκών που προσδιορίζονται από το Συμβούλιο για ένα δεδομένο έτος ή δεν φθάνουν τον αριθμό που ορίζεται στον κανονισμό (30.000).
Πρόληψη της κατάχρησης και των δευτερογενών μετακινήσεων
Ο κανονισμός για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης περιλαμβάνει επίσης μέτρα που αποσκοπούν στην πρόληψη της κατάχρησης από τον αιτούντα άσυλο και στην αποφυγή δευτερογενών μετακινήσεων (όταν ένας μετανάστης μετακινείται από τη χώρα στην οποία έφθασε για πρώτη φορά για να αναζητήσει προστασία ή μόνιμη επανεγκατάσταση αλλού). Για παράδειγμα, ο κανονισμός θεσπίζει υποχρέωση για τους αιτούντες άσυλο να υποβάλλουν αίτηση στα κράτη μέλη πρώτης εισόδου ή νόμιμης διαμονής. Αποθαρρύνει τις δευτερογενείς μετακινήσεις περιορίζοντας τις δυνατότητες παύσης ή μετατόπισης της ευθύνης μεταξύ των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, μειώνει τις δυνατότητες του αιτούντος να επιλέξει το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλει την αίτησή του.
Με τον νέο κανονισμό αναμένεται να διατηρηθούν οι βασικοί κανόνες για τον καθορισμό της ευθύνης· ωστόσο, τα συμφωνηθέντα μέτρα περιλαμβάνουν τροποποιημένα χρονικά όρια για την ευθύνη αυτή:
το κράτος μέλος πρώτης εισόδου θα είναι υπεύθυνο για την αίτηση ασύλου για διάρκεια δύο ετών
όταν μια χώρα επιθυμεί να μεταφέρει ένα πρόσωπο στο κράτος μέλος που είναι πράγματι υπεύθυνο για τον μετανάστη και αυτός διαφεύγει (π.χ. όταν ο μετανάστης κρύβεται για να αποφύγει τη μεταφορά), η ευθύνη μετακυλίεται στο κράτος μέλος που προβαίνει στη μεταφορά μετά από τρία έτη
εάν ένα κράτος μέλος απορρίψει αιτούντα στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα, η ευθύνη του για το εν λόγω πρόσωπο θα λήξει μετά από 15 μήνες (σε περίπτωση ανανέωσης της αίτησης)
Ιστορικό και επόμενα βήματα
Και οι δύο νομοθετικές πράξεις επί των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε σε γενική προσέγγιση αποτελούν μέρος του συμφώνου για τη μετανάστευση και το άσυλο, το οποίο αποτελείται από σειρά προτάσεων μεταρρύθμισης των ενωσιακών κανόνων για τη μετανάστευση και το άσυλο. Το νέο αυτό σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο, της 23ης Σεπτεμβρίου 2020, συνοδευόταν από σειρά νομοθετικών προτάσεων. Μεταξύ αυτών, ένας κανονισμός για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης και μια τροποποίηση της πρότασης του 2016 για κανονισμό για τη διαδικασία ασύλου.