Πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες: Κεντρικός άξονας της ΕΕ
Οι κανόνες της ΕΕ για τις κρίσιμες πρώτες ύλες συμβάλλουν στο να εξασφαλιστούν τα υλικά που είναι απαραίτητα για την οικονομία της Ευρώπης, στηρίζοντας τις στρατηγικές βιομηχανίες και ενισχύοντας παράλληλα την ικανότητα της ΕΕ να εξορύσσει, να επεξεργάζεται, να ανακυκλώνει και να διαφοροποιεί τις πηγές εφοδιασμού.
Η σημασία των κρίσιμων πρώτων υλών
Η ζήτηση της ΕΕ για βασικά μέταλλα, υλικά συσσωρευτών, σπάνιες γαίες και άλλα αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά, δεδομένων των ευρέων εφαρμογών τους σε διαφόρους επεκτεινόμενους κλάδους, οι οποίοι περιλαμβάνουν την ανάπτυξη συστημάτων καθαρής ενέργειας και αυξημένες επενδύσεις σε μικροκυκλώματα, στο διάστημα, στην άμυνα και σε άλλους τομείς υψηλής τεχνολογίας.
Η ΕΕ έχει προσαρμόσει τη στρατηγική της στάση ώστε να διασφαλίσει την πρόσβαση σε πρώτες ύλες που θεωρούνται κρίσιμης σημασίας.
Στις 23 Μαΐου 2024, άρχισε να ισχύει η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες (CRMA). Στόχος της είναι η συστηματική αντιμετώπιση της εξάρτησης από τον εφοδιασμό που προέρχεται από τρίτες χώρες, η ενίσχυση της βιομηχανικής ανθεκτικότητας της Ευρώπης και η μείωση του κινδύνου διαταραχών του εφοδιασμού που επηρεάζουν βασικούς τομείς της οικονομίας.
Οι κρίσιμες πρώτες ύλες με απλά λόγια
Μείωση της εξάρτησης και διασφάλιση του εφοδιασμού
Η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες αποσκοπεί στη μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από προμηθευτές πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας από τρίτες χώρες. Για τον σκοπό αυτό, καθορίζει τέσσερις μη δεσμευτικούς δείκτες αναφοράς, οι οποίοι πρέπει να επιτευχθούν έως το 2030, για καθεμία από τις 17 προσδιορισθείσες πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας.
Τουλάχιστον 10% της ετήσιας κατανάλωσης της ΕΕ από εξόρυξη εντός της ΕΕ.
Τουλάχιστον 40% της ετήσιας κατανάλωσης της ΕΕ από επεξεργασία εντός της ΕΕ.
Τουλάχιστον 25% της ετήσιας κατανάλωσης της ΕΕ από ανακύκλωση.
Καμία χώρα εκτός ΕΕ δεν πρέπει να προμηθεύει πάνω από το 65% οποιασδήποτε πρώτης ύλης στρατηγικής σημασίας.
Διαμόρφωση του αγωγού εφοδιασμού
Η υλοποίηση νέων έργων κρίσιμων πρώτων υλών απαιτεί χρόνο. Η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες καθορίζει φιλόδοξα χρονοδιαγράμματα για τις δημόσιες διοικήσεις και ζητεί από τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν ενιαία σημεία επαφής για την αποφυγή καθυστερήσεων. Επιπλέον, στα στρατηγικά έργα θα πρέπει να αποδίδεται καθεστώς προτεραιότητας για την επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών.
Στρατηγικά έργα
Τα στρατηγικά έργα αποτελούν κεντρικό εργαλείο της πράξης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Τα έργα αυτά είναι επενδύσεις στην εξόρυξη, την επεξεργασία και την ανακύκλωση, τις οποίες η Επιτροπή προσδιορίζει ως προτεραιότητα για την ασφάλεια του εφοδιασμού της, κατόπιν διαβούλευσης με το εμπλεκόμενο κράτος μέλος.
Στα κράτη μέλη, τα έργα με αυτό το καθεστώς πρέπει να επωφελούνται από:
- ταχύτερη αδειοδότηση
- ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση
- ισχυρότερη πολιτική στήριξη
Μολονότι οι περισσότερες κρίσιμες πρώτες ύλες παρέχονται από το εξωτερικό, και κυρίως από την Κίνα, ορισμένες κρίσιμες πρώτες ύλες προέρχονται από την ίδια την ΕΕ. Η επέκταση αυτής της εγχώριας βάσης αποτελεί κεντρικό στόχο της πράξης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες, επιπλέον των διεθνών στρατηγικών εταιρικών σχέσεων για έργα στο εξωτερικό.
Ο πρώτος γύρος επιλογών, που ολοκληρώθηκε το 2025, οδήγησε στην υλοποίηση 60 έργων: 47 εντός της ΕΕ σε 13 κράτη μέλη και 13 σε χώρες εταίρους. Από κοινού καλύπτουν 14 από τις 17 πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας.
Ταχύτερη αδειοδότηση
Η αδειοδότηση αποτελεί ανέκαθεν ένα από τα πλέον σημαντικά εμπόδια για την ανάπτυξη έργων πρώτων υλών στην Ευρώπη.
Η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες θεσπίζει δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα για τις αποφάσεις αδειοδότησης και απαιτεί από κάθε κράτος μέλος να δημιουργήσει ένα ενιαίο σημείο επαφής για τους φορείς ανάπτυξης έργων, παρέχοντας μια σαφέστερη και ταχύτερη διαδρομή μέσω των εθνικών διαδικασιών.
Διεθνείς εταιρικές σχέσεις: Διεύρυνση της βάσης προμηθευτών
Διαφοροποίηση του εφοδιασμού σημαίνει οικοδόμηση αξιόπιστων σχέσεων με ευρύτερο φάσμα χωρών, ώστε κανένας μεμονωμένος προμηθευτής να μην μπορεί να διαταράξει την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Οι στρατηγικές εταιρικές σχέσεις της ΕΕ για τις πρώτες ύλες περιλαμβάνουν επίσημες συμφωνίες καθώς και εταιρικές σχέσεις σε διάφορα στάδια ανάπτυξης.
Από τις αρχές του 2026, η ΕΕ έχει συνάψει στρατηγικές εταιρικές σχέσεις με 16 χώρες: Αργεντινή, Αυστραλία, Γροιλανδία, Ζάμπια, ΗΠΑ, Καζακστάν, Καναδάς, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Ναμίμπια, Νορβηγία, Νότια Αφρική, Ουζμπεκιστάν, Ουκρανία, Ρουάντα, Σερβία και Χιλή.
Τον Νοέμβριο του 2025, η ΕΕ υπέγραψε εταιρική σχέση καθαρού εμπορίου και επενδύσεων με τη Νότια Αφρική, η οποία περιλαμβάνει μνημόνιο συνεννόησης για τις αξιακές αλυσίδες κρίσιμων ορυκτών και μετάλλων (η πλήρης πορεία από το μετάλλευμα στο έδαφος έως ένα τελικό προϊόν, περιλαμβανομένων της εξόρυξης, της επεξεργασίας, της μεταποίησης, της μεταφοράς και της ανακύκλωσης).
Περαιτέρω διασφάλιση του εφοδιασμού της ΕΕ
Στις 4 Μαρτίου 2026, το Συμβούλιο καθόρισε τη θέση του σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της πράξης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Οι εν λόγω προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στη βελτίωση της ασφάλειας εφοδιασμού της ΕΕ και στην ενίσχυση της κυκλικότητας των κρίσιμων πρώτων υλών ως απάντηση στις αυξανόμενες γεωπολιτικές πιέσεις που επηρεάζουν την πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους.
Με βάση το σχέδιο δράσης RESourceEU της Επιτροπής που παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2025, οι προτεινόμενες αλλαγές αποσκοπούν στην αύξηση της ικανότητας ανακύκλωσης και στην ενίσχυση της δευτερογενούς αγοράς κρίσιμων πρώτων υλών, ιδίως της χρήσης μόνιμων μαγνητών που χρησιμοποιούνται σε στρατηγικούς τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η τεχνητή νοημοσύνη και η αμυντική βιομηχανία.
Επίσης, η θέση του Συμβουλίου:
- προβλέπει την ενημέρωση των κρατών μελών και των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών σε περίπτωση κινδύνων που επηρεάζουν την προμήθεια κρίσιμων πρώτων υλών
- αποσαφηνίζει τις εξουσίες της Επιτροπής να προτείνει μέτρα που αποσκοπούν στον μετριασμό των κινδύνων εφοδιασμού
- επιτρέπει τη χρήση διαβατηρίων προϊόντων για την εκπλήρωση των απαιτήσεων παροχής πληροφοριών σχετικά με τους μόνιμους μαγνήτες
Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο θα διαπραγματευτούν και θα συζητήσουν την τελική μορφή των νομοθετικών κειμένων.
Τελευταία ενημέρωση: 13 Αυγούστου 2026