Πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης
Η οικονομική διακυβέρνηση αποτελεί βασικό πυλώνα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Έχει ως στόχο τον εντοπισμό και τη διόρθωση οικονομικών ανισορροπιών που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τις εθνικές οικονομίες ή να επηρεάσουν άλλες χώρες της ΕΕ μέσω διασυνοριακών δευτερογενών επιπτώσεων.
Τι είναι το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ;
Πριν από την εισαγωγή του ευρώ, η ΕΕ θέσπισε την αρχιτεκτονική μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992.
Το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης αναφέρεται σε ένα σύστημα θεσμικών οργάνων και διαδικασιών που έχει θεσπίσει η ΕΕ για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και την επίτευξη των οικονομικών στόχων της. Το πλαίσιο περιλαμβάνει ένα σύνθετο σύστημα συντονισμού και εποπτείας των πολιτικών. Βασίζεται στις αρχές της παρακολούθησης, της πρόληψης και της διόρθωσης των οικονομικών τάσεων που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τις οικονομίες των επιμέρους κρατών μελών ή να προκαλέσουν δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλες οικονομίες.
Ο αποτελεσματικός συντονισμός και η εποπτεία των οικονομικών πολιτικών σε ολόκληρη την ΕΕ παρέχουν τρία κύρια οφέλη.
Διασφαλίζουν την ευρωστία και τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα για όλα τα κράτη μέλη
Προωθούν τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και τη σύγκλιση
Αντιμετωπίζουν τις μακροοικονομικές ανισορροπίες, με την υποστήριξη μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα
Από κοινού με το ενιαίο νόμισμα στην ευρωζώνη και τη συναφή ενιαία νομισματική πολιτική, το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ έχει συμβάλει στην οικονομική σταθερότητα, την ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης.
Μεταρρύθμιση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης
Από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και έπειτα, το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ σταδιακά εξελίχθηκε. Υλοποιήθηκαν μεταρρυθμίσεις για να αντιμετωπιστούν οικονομικές κρίσεις, όπως η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Η ανάκαμψη από την πανδημία COVID-19 και οι συνέπειες του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας θέτουν νέες προκλήσεις για την οικονομία της ΕΕ, σε ένα πλαίσιο υψηλότερων επιπέδων χρέους και επιτοκίων και νέων επενδυτικών και μεταρρυθμιστικών στόχων. Το ισχύον πλαίσιο έχει επίσης αποδειχθεί υπερβολικά άκαμπτο σε δύσκολες περιόδους, με αποτέλεσμα η συμμόρφωση των κρατών μελών με τους κανόνες να είναι άνιση.
Ως εκ τούτου, η ΕΕ επικαιροποίησε περαιτέρω το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησής της, ώστε να το καταστήσει κατάλληλο για το μέλλον. Στις 29 Απριλίου 2024 το Συμβούλιο ενέκρινε τη δέσμη νομοθετικών μέτρων για τη μεταρρύθμιση του πλαισίου οικονομικής και δημοσιονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ. Οι νέοι κανόνες τέθηκαν σε ισχύ στις 30 Απριλίου 2024.
Οι κύριοι στόχοι της μεταρρύθμισης είναι:
- η εξασφάλιση υγιών και βιώσιμων δημόσιων οικονομικών
- η προώθηση της ανάπτυξης μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων
Οι νέοι κανόνες έχουν επίσης ως στόχο να συμβάλουν στις προτεραιότητες της ΕΕ για την οικοδόμηση ενός ψηφιακού, πράσινου και ανθεκτικότερου μέλλοντος, ενισχύοντας παράλληλα τη στήριξη για την ανταγωνιστικότητα και τη στρατηγική αυτονομία της.
Ποιοι είναι οι κανόνες;
Το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ βασίζεται σε διάφορα σύνολα κανόνων.
Συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ)
Καθορίζει τιμές αναφοράς για τα επίπεδα του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους.
3% για τον λόγο του προβλεπομένου ή του υφισταμένου δημοσιονομικού ελλείμματος προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) σε τιμές αγοράς. 60% για τον λόγο του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ σε τιμές αγοράς.
Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ)
Ορίζει κανόνες για την παρακολούθηση και τον συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών.
Το ΣΣΑ περιλαμβάνει τόσο προληπτικούς όσο και διορθωτικούς κανόνες. Το ΣΣΑ εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά μόνο οι χώρες της ευρωζώνης μπορούν να υπαχθούν σε κυρώσεις στο «διορθωτικό σκέλος».
Το εξάπτυχο και το δίπτυχο
Κανονισμοί οι οποίοι ενισχύουν τη δημοσιονομική εποπτεία και θεσπίζουν τη διαδικασία μακροοικονομικών ανισορροπιών, με σκοπό τη διασφάλιση της εποπτείας των ανισορροπιών που εμφανίζονται εκτός των δημοσιονομικών πολιτικών.
Πρόληψη
Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) περιλαμβάνει ένα πλαίσιο δημοσιονομικής διακυβέρνησης, γνωστό και ως «προληπτικό σκέλος». Το προληπτικό σκέλος αποσκοπεί στη διασφάλιση υγιών δημόσιων οικονομικών και διατηρήσιμου ισοζυγίου πληρωμών και στην αποφυγή υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Κατά την ετήσια διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, υλοποιείται στην πράξη μεγάλο μέρος του συντονισμού των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών της ΕΕ και των κρατών μελών της, ευθυγραμμίζοντάς τες με τους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί σε επίπεδο ΕΕ.
Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει κάθε χρόνο καθοδήγηση από το Συμβούλιο σχετικά με τις οικονομικές, δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές του, καθώς και τις πολιτικές απασχόλησης. Οι εν λόγω ειδικές ανά χώρα συστάσεις προτείνονται αρχικά από την Επιτροπή και στη συνέχεια αναλύονται και συζητούνται από τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, συμφωνούνται από τους υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών της ΕΕ, προτού συζητηθούν από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στη συνέχεια εκδοθούν τυπικά από το Συμβούλιο.
Η συμφωνηθείσα μεταρρύθμιση εισάγει μια προσαρμοσμένη προσέγγιση για κάθε κράτος μέλος, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές δημοσιονομικές θέσεις, τα επίπεδα δημόσιου χρέους και τις οικονομικές προκλήσεις σε ολόκληρη την ΕΕ. Ταυτόχρονα, εξασφαλίζει τη συνολική μείωση των λόγων χρέους και των ελλειμμάτων σε συνετά επίπεδα με σταδιακό, ρεαλιστικό και φιλικό προς την ανάπτυξη τρόπο. Εξασφαλίζει επίσης αποτελεσματική πολυμερή εποπτεία.
Πορεία αναφοράς
Η Επιτροπή αποστέλλει στα κράτη μέλη μια διαφοροποιημένη πορεία αναφοράς που βασίζεται σε ανάλυση επικινδυνότητας και εκφράζεται σε όρους πολυετών καθαρών δαπανών, σε περιπτώσεις όπου το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα υπερβαίνουν τις τιμές αναφοράς του 3% και του 60% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Τα κράτη μέλη που συμμορφώνονται με τις τιμές αναφοράς μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή τεχνικές πληροφορίες σχετικά με το διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο που απαιτείται για να διασφαλίζεται ότι το ονομαστικό τους έλλειμμα διατηρείται κάτω από το 3% του ΑΕΠ.
Η πορεία διασφαλίζει ότι, μετά από μια περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής, το δημόσιο χρέος των κρατών μελών βρίσκεται σε ευλογοφανώς καθοδική πορεία ή παραμένει σε συνετά επίπεδα κάτω του 60% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Επιπλέον, η πορεία έχει ως στόχο να διασφαλίζει ότι το όποιο έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης μειώνεται και διατηρείται κάτω από το 3% του ΑΕΠ.
Η συνήθης περίοδος δημοσιονομικής προσαρμογής είναι τέσσερα έτη. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν μεγαλύτερη περίοδο προσαρμογής, έως επτά έτη. Η παράταση αυτή επιτρέπεται εάν το εν λόγω κράτος μέλος πραγματοποιεί μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις που βελτιώνουν την ανθεκτικότητα και το αναπτυξιακό δυναμικό, στηρίζουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και αντιμετωπίζουν κοινές προτεραιότητες της ΕΕ, όπως η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση, η ενεργειακή ασφάλεια ή η ανάπτυξη αμυντικών ικανοτήτων.
Η πορεία αναφοράς πρέπει να συμμορφώνεται με δύο διασφαλίσεις:
- τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους
- τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας του ελλείμματος
Η διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους έχει ως αποτέλεσμα ο λόγος δημόσιου χρέους να μειώνεται κατά ελάχιστο ετήσιο μέσο όρο της τάξης του 1% του ΑΕΠ, εφόσον ο λόγος χρέους του κράτους μέλους υπερβαίνει το 90%, ή της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ, εφόσον ο λόγος χρέους του κράτους μέλους παραμένει μεταξύ 60% και 90%. Η εν λόγω διασφάλιση δεν ισχύει για χώρες με λόγο χρέους κάτω του 60%. Σκοπός της είναι να μειωθούν οι λόγοι χρέους σε συνετά επίπεδα, κατά τρόπο σταδιακό και ρεαλιστικό.
Η διασφάλιση της ανθεκτικότητας του ελλείμματος παρέχει περιθώριο ασφαλείας κάτω από την, οριζόμενη στις Συνθήκες, τιμή αναφοράς του 3% για το έλλειμμα. Σκοπός της είναι να θωρακιστούν για το μέλλον οι εθνικοί προϋπολογισμοί με τη δημιουργία δημοσιονομικών αποθεμάτων ασφαλείας.
Εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια
Βάσει του νέου πλαισίου, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο, διάρκειας τεσσάρων ή πέντε ετών. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει τις δημοσιονομικές, μεταρρυθμιστικές και επενδυτικές δεσμεύσεις του και συμβάλλει στη εξασφάλιση της συνεπούς, σταδιακής μείωσης του χρέους και στην προώθηση της βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης.
Με βάση την πορεία αναφοράς ή τις τεχνικές πληροφορίες, τα κράτη μέλη ενσωματώνουν την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής τους, εκφρασμένη ως πορεία καθαρών δαπανών στα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδιά τους.
Αυτά τα σχέδια και οι πορείες καθαρών δαπανών πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο, κατόπιν αξιολόγησης από την Επιτροπή. Εάν ένα κράτος μέλος ζητήσει παράταση της περιόδου προσαρμογής, το Συμβούλιο πρέπει επίσης να εγκρίνει το σύνολο των μεταρρυθμιστικών και επενδυτικών δεσμεύσεων στις οποίες βασίζεται η εν λόγω παράταση.
Εάν το εθνικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο ενός κράτους μέλους δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις, το Συμβούλιο συνιστά στο κράτος μέλος να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο.
Η Επιτροπή χρησιμοποιεί λογαριασμό ελέγχου για την παρακολούθηση των σωρευτικών ανοδικών και καθοδικών αποκλίσεων των κρατών μελών από τη συμφωνηθείσα πορεία των καθαρών δαπανών τους.
Δείκτης καθαρών δαπανών
Για την απλούστευση του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ και την αύξηση της διαφάνειας, ένας ενιαίος λειτουργικός δείκτης βασισμένος στη βιωσιμότητα του χρέους αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό της πορείας των καθαρών δαπανών και την άσκηση της ετήσιας δημοσιονομικής εποπτείας για κάθε κράτος μέλος: ο δείκτης καθαρών δαπανών.
Βασίζεται σε εθνικά χρηματοδοτούμενες καθαρές πρωτογενείς δαπάνες, δηλαδή δαπάνες εξαιρουμένων των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, των δαπανών για τόκους, των δαπανών για την κυκλική ανεργία, των εθνικών δαπανών για τη συγχρηματοδότηση προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και των δαπανών για προγράμματα της ΕΕ που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια.
Ο δείκτης καθαρών δαπανών επιτρέπει τη μακροοικονομική σταθεροποίηση, καθώς δεν επηρεάζεται από αυτόματους σταθεροποιητές, συμπεριλαμβανομένων των διακυμάνσεων των εσόδων και των δαπανών που εκφεύγουν του άμεσου ελέγχου της κυβέρνησης.
Ετήσια έκθεση προόδου
Με το νέο πλαίσιο θεσπίστηκε μια ετήσια έκθεση προόδου, στην οποία κάθε κράτος μέλος παρέχει πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή του εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου του, συμπεριλαμβανομένης της πορείας των καθαρών δαπανών, καθώς και σχετικά με την πρόοδο όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις και τις επενδύσεις.
Ρήτρα διαφυγής
Οι κανόνες προβλέπουν τη δυνατότητα ενεργοποίησης μιας γενικής ρήτρας διαφυγής, αναστέλλοντας έτσι τους κανόνες για όλα τα κράτη μέλη σε περίπτωση σοβαρής οικονομικής ύφεσης στην ευρωζώνη ή στην ΕΕ συνολικά, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική βιωσιμότητα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Η ενεργοποίηση της ρήτρας έχει χρονικό όριο ενός έτους, το οποίο όμως μπορεί να παραταθεί.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, το Συμβούλιο μπορεί να ενεργοποιήσει εθνική ρήτρα διαφυγής, εφόσον αυτό ζητηθεί από κράτος μέλος και προταθεί από την Επιτροπή. Με τον τρόπο αυτό, οι κανόνες θα αναστέλλονται μόνο για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, σε περίπτωση που εξαιρετικές περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του εν λόγω κράτους μέλους έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά του. Η ρήτρα αυτή ενεργοποιείται μόνο εάν δεν τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική βιωσιμότητα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, το δε Συμβούλιο καθορίζει χρονικό όριο για την περίοδο ενεργοποίησής της.
Στις 8 Ιουλίου 2025 το Συμβούλιο ενεργοποίησε την εθνική ρήτρα διαφυγής για 15 κράτη μέλη: Βέλγιο, Βουλγαρία, Δανία, Ελλάδα, Εσθονία, Κροατία, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Πορτογαλία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τσεχία και Φινλανδία. Στις 10 Οκτωβρίου 2025 το Συμβούλιο ενεργοποίησε τη ρήτρα και για τη Γερμανία.
Στόχος είναι να διευκολυνθεί η μετάβασή τους σε υψηλότερες αμυντικές δαπάνες σε εθνικό επίπεδο, με παράλληλη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους.
Επιβολή
Τα κράτη μέλη πρέπει να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη, σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ (άρθρο 126 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ). Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τις τιμές αναφοράς του 3% για τον λόγο του ελλείμματος και του 60% για τον λόγο χρέους.
Οι κανόνες για την επιβολή στον τομέα αυτό καθορίζονται στο διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ. Οι κανόνες αυτοί πρόκειται να ενισχυθούν με το νέο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης.
Διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος
Στόχος της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος είναι η διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αυτό αποσκοπεί:
- στην αποτροπή των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και, εάν προκύψουν, στην ενθάρρυνση της ταχείας διόρθωσής τους
- στη σταδιακή μείωση του χρέους με βιώσιμο τρόπο, έως ότου το χρέος μειωθεί κάτω από την τιμή αναφοράς του 60% του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη
Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος με βάση το κριτήριο του ελλείμματος απαιτεί μια ελάχιστη ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,5% του ΑΕΠ. Η μη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμα ύψους έως 0,05% του ΑΕΠ, τα οποία πρέπει να καταβάλλονται από το οικείο κράτος μέλος κάθε έξι μήνες έως ότου το Συμβούλιο επιβεβαιώσει ότι έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα. Η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να κινήσει διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος βάσει του ελλείμματος εάν ο λόγος του δημοσιονομικού ελλείμματος προς το ΑΕΠ υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 3%.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος βάσει χρέους η έμφαση δίνεται σε αποκλίσεις από την πορεία των καθαρών δαπανών. Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θεωρείται ότι μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό, εάν το οικείο κράτος μέλος τηρεί την πορεία των καθαρών δαπανών του. Η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να κινήσει τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος βάσει χρέους εάν οι αποκλίσεις που καταγράφονται στον λογαριασμό ελέγχου του κράτους μέλους υπερβαίνουν είτε το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως είτε το 0,6% του ΑΕΠ σωρευτικά.
Κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ενός κράτους μέλους με τα κριτήρια του ελλείμματος και/ή του χρέους, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αξιολογούν διάφορους σχετικούς παράγοντες. Σε αυτούς περιλαμβάνονται:
- η σοβαρότητα της απόκλισης
- η πρόοδος όσον αφορά την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων
- ο βαθμός των προκλήσεων όσον αφορά το δημόσιο χρέος
- οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες (εφόσον ισχύει)
Η Επιτροπή αξιολογεί τακτικά κατά πόσον έχει αναληφθεί αποτελεσματική δράση από την ενδιαφερόμενη κυβέρνηση και εκδίδει σύσταση προς το Συμβούλιο. Στη συνέχεια, εναπόκειται στο Συμβούλιο να αποφασίσει αν οι κυρώσεις μπορούν να λήξουν ή αν θα πρέπει να συνεχιστούν και/ή να ενταθούν.
Τελευταία ενημέρωση: 10 Οκτωβρίου 2025