Οικονομική και Νομισματική Ένωση
Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση επιβάλλει τον συντονισμό των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών εκ παραλλήλου με μια ενιαία νομισματική πολιτική για τα κράτη μέλη που έχουν υιοθετήσει ως νόμισμα το ευρώ. Συμβάλλει στην οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη.
Πώς λειτουργεί η Οικονομική και Νομισματική Ένωση
Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποστηρίζει την οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη με υψηλό επίπεδο απασχόλησης και διατηρήσιμα δημόσια οικονομικά στα κράτη μέλη.
Στην πράξη, η ΟΝΕ είναι:
- οικονομική ένωση: συντονισμός εθνικών δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών βάσει κοινών κανόνων και συστάσεων, κυρίως εντός του πλαισίου της διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου
- νομισματική ένωση: ενιαία νομισματική πολιτική για την ευρωζώνη, την οποία καθορίζει η ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)
Την ΟΝΕ συμπληρώνουν:
- τραπεζική ένωση: πιο εναρμονισμένοι κανόνες για τον ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό τομέα, κεντρική εποπτεία και εξυγίανση των τραπεζών στην ευρωζώνη
- ένωση κεφαλαιαγορών: κανόνες που προάγουν τον επιμερισμό των κινδύνων του ιδιωτικού τομέα και βελτιωμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση
Ποιος συμμετέχει στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση;
Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ ανήκουν στην Οικονομική Ένωση και μαζί σχηματίζουν την ενιαία αγορά. Διατηρούν τον έλεγχο των οικονομικών πολιτικών τους, εξαιρουμένης της νομισματικής πολιτικής όσον αφορά τις χώρες που ανήκουν στην ευρωζώνη, αλλά λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σε στενό συντονισμό, με βάση τους κανόνες και τις συστάσεις της ΕΕ.
Με την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών, ανθρώπων και κεφαλαίων, η ενιαία αγορά συμπληρώνει την ΟΝΕ.
Τα 21 κράτη μέλη που έχουν ήδη υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα —το ευρώ— αποτελούν την Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση.
Η ΕΕ έχει θεσπίσει τα λεγόμενα κριτήρια σύγκλισης για χώρες που επιθυμούν να ενταχθούν στην ευρωζώνη. Για να γίνουν δεκτές στην ευρωζώνη, οι χώρες πρέπει να έχουν:
- χαμηλό πληθωρισμό
- διατηρήσιμα δημόσια οικονομικά
- σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες
- βιώσιμα επιτόκια
Ιστορία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης
Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση μπορεί να θεωρηθεί εν εξελίξει έργο, αφού αποτελεί καρπό μιας διαδικασίας οικονομικής ολοκλήρωσης στην ΕΕ που συνεχίζεται ακόμη.
Το 1957 τα κράτη μέλη αποφάσισαν να οικοδομήσουν μια κοινή αγορά. Με την πάροδο του χρόνου, κατέστη σαφές ότι, για να αναπτυχθεί και να ακμάσει περαιτέρω η εσωτερική αγορά, χρειαζόταν στενότερη οικονομική και νομισματική συνεργασία.
Την απόφαση να θεσπίσει η ΕΕ μια Οικονομική και Νομισματική Ένωση, με το ευρώ ως ενιαίο της νόμισμα, έλαβε επισήμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τη σύνοδό του στο Μάαστριχτ (Κάτω Χώρες) τον Δεκέμβριο του 1991. Οι αρχές της ΟΝΕ καθορίζονται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωστή και ως Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Η υλοποίηση της ΟΝΕ πραγματοποιήθηκε σε τρία στάδια, με κορυφαία στιγμή του τρίτου σταδίου την εισαγωγή του ευρώ, του ενιαίου νομίσματος, τον Ιανουάριο του 1999. Για τα τρία πρώτα έτη, το ευρώ χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά ως λογιστική μονάδα και για ηλεκτρονικές πληρωμές. Κέρματα και χαρτονομίσματα ευρώ κυκλοφόρησαν την 1η Ιανουαρίου 2002.
Εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης
Μετά την κρίση του δημόσιου χρέους που ξέσπασε το 2009-2010 την επαύριο της χρηματοπιστωτικής κρίσης και η οποία έφερε στο φως τις ελλείψεις της διακυβέρνησης της ευρωζώνης, η ΕΕ έλαβε μέτρα για την ενίσχυση της Οικονομικής και Νομισματικής της Ένωσης.
Αποφασίστηκαν τα εξής:
- θέσπιση του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας
- βελτίωση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης
- θέσπιση τραπεζικής ένωσης
Κατά τη διάρκεια της κρίσης του δημόσιου χρέους, ορισμένα κράτη μέλη της ευρωζώνης έλαβαν δάνεια χρηματοδοτικής συνδρομής στο πλαίσιο του προγράμματος προσαρμογής. Αρχικά, τα δάνεια αυτά χορηγήθηκαν μέσω προσωρινών μέσων. Ωστόσο, το 2012 θεσπίστηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) ως μόνιμο μέσο. Ο ΕΜΣ μπορεί να παρέχει χρηματοδοτική συνδρομή σε χώρες της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο άλλα κράτη μέλη ή την ευρωζώνη στο σύνολό της.
Η ΕΕ αναθεώρησε το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησής της το 2011 και το 2013 προκειμένου να αποτρέψει και, όπου ήταν αναγκαίο, να διορθώσει, δημοσιονομικές και μακροοικονομικές ανισορροπίες. Οι νέοι κανόνες έγιναν γνωστοί ως νομοθεσία του «εξάπτυχου» και του «δίπτυχου» αντίστοιχα, λόγω του αριθμού των νομικών πράξεων που εκδόθηκαν σε κάθε περίπτωση. Εδώ συμπεριλήφθηκε η ενίσχυση των κοινών δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Θέσπιση της τραπεζικής ένωσης
Η σύνοδος κορυφής για το ευρώ του Ιουνίου 2012 αναγνώρισε την ανάγκη για εύρυθμη και σταθερή λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδίως για την ευρωζώνη. Οι ηγέτες και οι ηγέτιδες της ΕΕ έλαβαν την απόφαση θέσπισης τραπεζικής ένωσης. Με την τραπεζική ένωση, η ΕΕ επιθυμεί να προωθηθεί η χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση και να διασφαλιστεί ότι η διάσωση μη βιώσιμων τραπεζών δεν πραγματοποιείται με χρήματα των φορολογουμένων.
Η τραπεζική ένωση ξεκίνησε με τη συγκέντρωση της εποπτείας των μεγάλων τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μέσω της θέσπισης του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ). Αργότερα, με τη δημιουργία του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης (ΕΜΕ), προστέθηκε ένας δεύτερος πυλώνας, ο οποίος συγκέντρωσε τις λειτουργίες εξυγίανσης των τραπεζών.
Έκθεση των Πέντε Προέδρων
Το 2015 οι πρόεδροι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Eurogroup δημοσίευσαν έκθεση, γνωστή και ως «Έκθεση των Πέντε Προέδρων», στην οποία αποτυπώνονταν τα βασικά σημεία ενός χάρτη πορείας για την ΟΝΕ.
Η ΕΕ υλοποίησε ορισμένες από τις συστάσεις της έκθεσης κατά τους μήνες που ακολούθησαν τη δημοσίευσή της. Εδώ περιλαμβάνονταν:
- σύσταση Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου
- έναρξη των συζητήσεων για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, συμπεριλαμβανομένου ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης των καταθέσεων
- σχέδιο δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών
Τον Δεκέμβριο του 2017 καθορίστηκαν σε επίπεδο ηγετών ως τομείς προτεραιότητας η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και η περαιτέρω ανάπτυξη του ΕΜΣ. Τον Δεκέμβριο του 2018 συζητήθηκε ένα «δημοσιονομικό μέσο για τη σύγκλιση και την ανταγωνιστικότητα στη ζώνη του ευρώ» (BICC).
Περαιτέρω ανάπτυξη του ΕΜΣ
Μετά την εντολή που έλαβε από τους ηγέτες και τις ηγέτιδες της ευρωζώνης κατά τη σύνοδο κορυφής για το ευρώ τον Δεκέμβριο του 2018, το Eurogroup επεξεργάστηκε μια αναθεωρημένη συνθήκη ΕΜΣ έως τον Ιούνιο του 2019. Οι αλλαγές προβλέπουν πιο αποτελεσματική και ευέλικτη χρήση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων:
- πιο προσβάσιμο προληπτικό πιστωτικό όριο του ΕΜΣ για τα κράτη μέλη που χρειάζονται ενδεχομένως χρηματοδοτική στήριξη
- ισχυρότερο ρόλο του ΕΜΣ όσον αφορά την πρόληψη και τη διαχείριση οικονομικών κρίσεων στην ευρωζώνη
- διαφανέστερη προσέγγιση όσον αφορά την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους των κρατών μελών
- πιστωτικό όριο, ή «κοινό μηχανισμό ασφαλείας», για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης της τραπεζικής ένωσης
Τον Νοέμβριο του 2020 ξεκίνησαν οι διαδικασίες κύρωσης στα κράτη μέλη. Η αναθεωρημένη Συνθήκη ΕΜΣ θα τεθεί σε ισχύ μόλις κυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης.
Κοινό δημοσιονομικό μέσο
Τον Ιούνιο του 2019 το Eurogroup συμφώνησε επίσης ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά του BICC για την ευρωζώνη και, για τα κράτη μέλη, του μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών της ΕΕ (ΜΣΙ ΙΙ) σε εθελοντική βάση. Η ΕΕ θέσπισε τον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ ΙΙ), ο οποίος διαδέχτηκε τον ΜΣΙ, την 1η Ιανουαρίου 1999. Ο ΜΣΙ ΙΙ διασφαλίζει ότι οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ ευρώ και άλλων νομισμάτων της ΕΕ δεν διαταράσσουν την οικονομική σταθερότητα εντός της ενιαίας αγοράς. Βοηθά επίσης τις χώρες να προετοιμαστούν για την προσχώρησή τους στην ευρωζώνη.
Το BICC αποσκοπούσε στην παροχή οικονομικών κινήτρων για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημόσιες επενδύσεις, προκειμένου να ενισχυθεί το αναπτυξιακό δυναμικό των οικονομιών της ευρωζώνης και να αυξηθεί η ανθεκτικότητα του ενιαίου νομίσματος έναντι οικονομικών κλυδωνισμών.
Οι εργασίες για το BICC διακόπηκαν όταν ξέσπασε η πανδημία COVID-19 το 2020. Εντούτοις λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης για τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα του προσωρινού σχεδίου ανάκαμψης «Next Generation EU».
Χάρη στο πρόγραμμα, τα κράτη μέλη έλαβαν επιχορηγήσεις και δάνεια σημαντικών διαστάσεων από την ΕΕ, με στόχο αφενός τη στήριξη των επενδύσεων και των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση των οικονομιών τους μετά την πανδημία και αφετέρου την υλοποίηση της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης. Σε γενικές γραμμές, η ΟΝΕ αποδείχθηκε ανθεκτικότερη από ό,τι μια δεκαετία νωρίτερα.
Ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης
Το 2021 και το 2022 το Eurogroup επανήλθε στις συζητήσεις για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Οι υπουργοί εξέτασαν θέματα όπως η διαχείριση κρίσεων, η ασφάλιση των καταθέσεων, η διασυνοριακή ολοκλήρωση και οι διασφαλίσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Τον Ιούνιο του 2022 το Eurogroup εξέδωσε δήλωση σχετικά με το μέλλον της τραπεζικής ένωσης. Οι υπουργοί συμφώνησαν ότι οι εργασίες θα πρέπει να επικεντρωθούν χωρίς χρονοτριβή στην ενίσχυση του κοινού πλαισίου για τα συστήματα διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων και ασφάλισης καταθέσεων (CMDI).
Τον Απρίλιο του 2023 η Επιτροπή έκανε το επόμενο βήμα, με την υποβολή νομοθετικής πρότασης για την περαιτέρω ενίσχυση του πλαισίου CMDI της ΕΕ, δίνοντας έμφαση στις μεσαίες και στις μικρότερες τράπεζες.
- Δήλωση του Eurogroup σχετικά με το μέλλον της τραπεζικής ένωσης (δελτίο Τύπου, 16 Ιουνίου 2022)
- Τραπεζική ένωση: Η Επιτροπή προτείνει μεταρρύθμιση του πλαισίου διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων και ασφάλισης των καταθέσεων (δελτίο Τύπου της Επιτροπής, 18 Απριλίου 2023)
Σημαντική μεταρρύθμιση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης
Η ανάκαμψη από την πανδημία COVID-19 και οι συνέπειες του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έχουν δημιουργήσει νέες προκλήσεις για την οικονομία της ΕΕ, σε ένα πλαίσιο υψηλότερων επιπέδων χρέους και επιτοκίων και νέων επενδυτικών και μεταρρυθμιστικών στόχων. Ως εκ τούτου, η ΕΕ επικαιροποίησε περαιτέρω το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησής της, ώστε να το καταστήσει κατάλληλο για το μέλλον.
Κύριος στόχος της μεταρρύθμισης είναι να διασφαλιστούν υγιή και βιώσιμα δημόσια οικονομικά, προωθώντας παράλληλα βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς σε όλα τα κράτη μέλη μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων.
Στις 29 Απριλίου 2024 το Συμβούλιο ενέκρινε τη δέσμη νομοθετικών μέτρων για τη μεταρρύθμιση του πλαισίου οικονομικής και δημοσιονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ. Οι νέοι κανόνες τέθηκαν σε ισχύ στις 30 Απριλίου 2024.
Μελλοντικές προοπτικές
Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη εξακολουθούν να εργάζονται για την προσαρμογή της ΟΝΕ σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς και στις ανάγκες του.
Συνεχίζονται επίσης οι εργασίες επί του ενδεχομένου δημιουργίας ψηφιακού ευρώ.
Δείτε επίσης:
Τελευταία ενημέρωση: 1 Ιανουαρίου 2026