Skip to content

Καλύτερη πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία για την καταπολέμηση του εγκλήματος

Η ΕΕ επεξεργάζεται νέους κανόνες για να επιταχυνθεί η πρόσβαση σε ψηφιακά δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται τα δεδομένα αυτά.

Τι είναι τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία;

Η ψηφιακή επανάσταση αναπροσδιορίζει όλες τις πτυχές της κοινωνίας και το έγκλημα δεν αποτελεί εξαίρεση. Όλο και περισσότεροι εγκληματίες χρησιμοποιούν την τεχνολογία για τον σχεδιασμό και τη διάπραξη αδικημάτων. Ως εκ τούτου, οι αρχές βασίζονται όλο και περισσότερο στα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία για τον εντοπισμό και την καταδίκη των εγκληματιών.

Ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία («e-evidence») αποκαλούνται τα ψηφιακά δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων.

Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:

  • τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
  • τα γραπτά μηνύματα (SMS) ή το περιεχόμενο από εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων
  • το οπτικοακουστικό περιεχόμενο
  • οι πληροφορίες για τον ηλεκτρονικό λογαριασμό ενός χρήστη

Τέτοιου είδους δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ταυτοποίηση ενός προσώπου ή για τη συγκέντρωση περισσότερων πληροφοριών σχετικά με τις δραστηριότητές του.

Στην ψηφιακή εποχή, οι εγκληματίες χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τεχνολογικές υπηρεσίες και εργαλεία για τον σχεδιασμό και τη διάπραξη εγκλημάτων. Ως εκ τούτου, τα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία αποκτούν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση του εγκλήματος: επί του παρόντος, στο 85% των ποινικών ερευνών χρειάζονται ψηφιακά δεδομένα.

Το ζήτημα της διασυνοριακής πρόσβασης στα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία

Η απόκτηση πρόσβασης σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να αποδειχθεί χρονοβόρα και πολύπλοκη διαδικασία για τις αρχές, διότι συχνά τα στοιχεία βρίσκονται αποθηκευμένα σε άλλη χώρα. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών αποθηκεύουν τα δεδομένα των χρηστών σε διακομιστές (servers) που ενδέχεται να βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες, τόσο εντός όσο και εκτός της ΕΕ.

Το γεγονός αυτό κάνει τη συλλογή ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων πολύ δυσκολότερη για τις δικαστικές αρχές, καθώς είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν χρονοβόρες και πολύπλοκες διαδικασίες για την απόκτησή τους.

Σε πάνω από το 50% του συνόλου των ποινικών ερευνών υποβάλλεται διασυνοριακό αίτημα πρόσβασης σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία.

Νέοι κανόνες για καλύτερη πρόσβαση στα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία

Τον Απρίλιο του 2018, έχοντας κληθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε νέους κανόνες ώστε η πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία να γίνει ευκολότερη και ταχύτερη για τις αρχές, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται τα δεδομένα.

Σύμφωνα με την αρχική πρόταση της Επιτροπής, οι νέοι κανόνες θα επιτρέπουν στις δικαστικές αρχές μιας χώρας της ΕΕ να ζητούν απευθείας πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία από κάθε πάροχο που προσφέρει υπηρεσίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι εγκατεστημένος ή εκπροσωπείται σε άλλο κράτος μέλος.

Αυτό θα επιταχύνει τη διεκπεραίωση της αίτησης πρόσβασης, καθότι δεν θα υπάρχει ανάγκη να μεσολαβούν οι αρχές του άλλου κράτους μέλους.

Οι προτεινόμενοι κανόνες περιέχονται σε δύο νομοθετικές προτάσεις:

  • έναν κανονισμό σχετικά με τις ευρωπαϊκές εντολές υποβολής και διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις
  • μια οδηγία σχετικά με τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων για τον ορισμό νόμιμων εκπροσώπων με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών

Στις 25 Ιανουαρίου 2023 το Συμβούλιο επιβεβαίωσε τη συμφωνία του με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί των δύο νομοθετικών προτάσεων.

Κανονισμός σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή υποβολής και την ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης

Ο κανονισμός σχετικά με την εντολή υποβολής και την εντολή διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων θα επιτρέψει στις αρχές να έχουν πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα, ανεξαρτήτως του πού βρίσκονται τα δεδομένα αυτά.

Η εντολή υποβολής θα επιτρέπει στις δικαστικές αρχές κράτους μέλους να ζητούν πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία απευθείας από πάροχο υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένος ή εκπροσωπείται σε άλλο κράτος μέλος. Ο πάροχος υπηρεσιών θα είναι υποχρεωμένος να αποκριθεί εντός 10 ημερών ή εντός 6 ωρών εφόσον επείγει.

Η εντολή διατήρησης θα απαγορεύει τη διαγραφή ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων από τον πάροχο υπηρεσιών όσο διαρκεί η επεξεργασία της εντολής υποβολής.

Οι κανόνες αυτοί θα βασίζονται στις υφιστάμενες αρχές αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών. Θα εφαρμόζονται μόνον σε αποθηκευμένα δεδομένα, καθώς οι προτεινόμενοι κανόνες δεν καλύπτουν τα δεδομένα από υποκλοπή τηλεπικοινωνιών σε πραγματικό χρόνο.

Οδηγία για τους νόμιμους εκπροσώπους

Η οδηγία για τους νόμιμους εκπροσώπους θα υποχρεώνει όλους τους παρόχους υπηρεσιών που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά παρέχουν υπηρεσίες στην Ένωση να διορίζουν νόμιμο εκπρόσωπο. Ο εκπρόσωπος θα είναι υπεύθυνος για την παραλαβή αποφάσεων και εντολών, τη συμμόρφωση προς αυτές και την εκτέλεσή τους. Στόχος είναι όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών που λειτουργούν στην ΕΕ να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις όσον αφορά την πρόσβαση στα ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία.

Διεθνείς διαπραγματεύσεις

Τον Ιούνιο του 2019 το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή:

  • να διαπραγματευθεί συμφωνία εξ ονόματος της ΕΕ με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τη διασυνοριακή πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία
  • να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο της Ευρώπης για δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της σύμβασης της Βουδαπέστης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο

Συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ

Οι διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες που έχουν στόχο να διευκολυνθεί η διασυνοριακή πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 2019 και είναι υπό εξέλιξη.

Επί του παρόντος, οι εγκατεστημένοι στις ΗΠΑ πάροχοι υπηρεσιών συνεργάζονται με τις ευρωπαϊκές αρχές επιβολής του νόμου με άμεση και εθελοντική συνεργασία ή μέσω διαδικασιών αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής.

Το δίκαιο των ΗΠΑ δεν επιτρέπει πάντοτε στους παρόχους υπηρεσιών να αποκρίνονται άμεσα στα ευρωπαϊκά αιτήματα για πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία. Ενδεχόμενη συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ θα διευκολύνει τη συνεργασία και θα διαμορφώσει ισχυρές διασφαλίσεις για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η Επιτροπή ενημερώνει κατά καιρούς το Συμβούλιο σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων αυτών.

Δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της σύμβασης της Βουδαπέστης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο

Στις 17 Νοεμβρίου 2021 το Συμβούλιο της Ευρώπης ενέκρινε δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της σύμβασης της Βουδαπέστης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο. Στόχος του πρωτοκόλλου είναι να καθορίσει:

  • διατάξεις για αποτελεσματικότερο σύστημα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής
  • διατάξεις σχετικά με την άμεση συνεργασία με παρόχους υπηρεσιών σε άλλες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης
  • ένα πλαίσιο και διασφαλίσεις για τη διασυνοριακή επέκταση των ερευνών

Το πρωτόκολλο περιλαμβάνει ισχυρές διασφαλίσεις και απαιτήσεις για την προστασία των δεδομένων. Το πλεονέκτημα μιας τέτοιας συμφωνίας είναι η δυνατότητα εφαρμογής της παγκοσμίως.

Η ΕΕ δεν μπορεί να υπογράψει ή να κυρώσει το πρωτόκολλο, δεδομένου ότι μόνο κράτη μπορούν να είναι συμβαλλόμενα μέρη του. Για τον λόγο αυτόν, η ΕΕ εξουσιοδότησε (στις 5 Απριλίου 2022) τα κράτη μέλη να υπογράψουν το πρωτόκολλο και (στις 14 Φεβρουαρίου 2023) να το κυρώσουν.

Τελευταία ενημέρωση: 11 Ιανουαρίου 2024