Διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα της ΕΕ: βελτίωση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων
Το Συμβούλιο επεξεργάζεται πρόταση κανονισμού σχετικά με διαρθρωτικά μέτρα για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ. Ο κανονισμός έχει στόχο την πρόληψη των συστημικών κινδύνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ οι οποίοι οφείλονται στην κατάρρευση των μεγάλων, περίπλοκων και διασυνδεδεμένων πιστωτικών ιδρυμάτων.
Οι νέοι κανόνες θα μειώσουν αυτούς τους κινδύνους με τη θέσπιση του υποχρεωτικού διαχωρισμού των δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου της τράπεζας, των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό, από τις κύριες δραστηριότητες της τράπεζας, όπως η αποδοχή καταθέσεων και οι υπηρεσίες πληρωμής μικρών ποσών. Οι κύριες δραστηριότητες έχουν κεφαλαιώδη σημασία για την πραγματική οικονομία και, επομένως, χρήζουν ειδικής προστασίας.
Αναμενόμενα πλεονεκτήματα
- αυξημένη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών
- αυξημένη προστασία του χρήματος των φορολογουμένων, αφού οι μικρότερες πτωχεύουσες τράπεζες μπορούν να διασωθούν χωρίς να χρησιμοποιηθεί το δημόσιο χρήμα
- μειωμένος ηθικός κίνδυνος, αφού οι μεγάλοι τραπεζικοί όμιλοι δεν θα μπορούν πλέον να βασίζονται σε έμμεσες επιδοτήσεις εκ μέρους των κυβερνήσεων
- μεγαλύτερη συνέπεια των κανόνων για τα πιστωτικά ιδρύματα σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, πράγμα που θα εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και θα μειώσει τις πιθανότητες καταστρατήγησης του νόμου (ή ρυθμιστικού αρμπιτράζ)
- λιγότερες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ τραπεζών
Στα πλαίσια του Συμβουλίου
Ιούνιος 2015: το Συμβούλιο ενέκρινε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση (γνωστή ως 'γενική προσέγγιση') για την πρόταση κανονισμού. Το έγγραφο αυτό θα χρησιμεύσει ως διαπραγματευτική εντολή της Προεδρίας του Συμβουλίου στις διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την τελική διατύπωση του κανονισμού.
2ο εξάμηνο του 2014: ανάλυση της πρότασης στην ομάδα του Συμβουλίου για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.
Ιανουάριος του 2014: το Συμβούλιο παρέλαβε την πρόταση κανονισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με διαρθρωτικά μέτρα για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ.
- Θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση (γενική προσέγγιση) σχετικά με την πρόταση κανονισμού σχετικά με διαρθρωτικά μέτρα για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ
- Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων, 19 Ιουνίου 2015
- Πρόταση κανονισμού σχετικά με διαρθρωτικά μέτρα για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ
- Ομάδα «Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες»
Θέση του Συμβουλίου: κύρια σημεία
Υποχρεωτικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό
Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό είναι διαπραγμάτευση υψηλού κινδύνου κατά την οποία η τράπεζα διαπραγματεύεται διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα χρησιμοποιώντας ίδιους πόρους, όχι τα χρήματα των καταθετών, με σκοπό το κέρδος για λογαριασμό της. Εάν η δραστηριότητα αυτού του τύπου συνιστά το μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της τράπεζας, οι ζημίες θα είναι εις βάρος των κύριων δραστηριοτήτων της τράπεζας, πχ της αποδοχής καταθέσεων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση των τραπεζών 'υπερβολικά μεγάλου μεγέθους για να χρεοκοπήσουν', οι οποίες μπορούν να αναλαμβάνουν τέτοιες δραστηριότητες υψηλού κινδύνου με το σκεπτικό ότι το μέγεθος και η σπουδαιότητά τους τις εξασφαλίζει τη στήριξη της κυβέρνησης σε περίπτωση χρεοκοπίας.
Στην πρόταση της Επιτροπής προβλέπεται η απαγόρευση της διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό θα πρέπει να ρυθμίζεται αυστηρότερα, αντί να απαγορεύεται, δεδομένου ότι η απαγόρευση, αφενός μεν, μπορεί να αποβεί υπερβολικά επιζήμια για τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων της τράπεζας, αφετέρου δε, μπορεί να καταστρατηγηθεί εάν ορισμένες δραστηριότητες ανατεθούν σε οντότητες που ρυθμίζονται σε μικρότερο βαθμό ή και καθόλου. Επομένως, το Συμβούλιο προτείνει υποχρεωτικό διαχωρισμό της διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό από τις κύριες δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Η απόφαση για τον διαχωρισμό θα λαμβάνεται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές (πχ αρχές τραπεζικής εποπτείας) μετά από εμπεριστατωμένη ανάλυση κινδύνου, σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια. Οι τράπεζες, για τις οποίες θα ισχύουν αυτές οι αποφάσεις, θα έχουν επαρκή χρόνο να αναδιοργανώσουν τις δραστηριότητές τους.
Εάν, ωστόσο, μία τράπεζα είναι ικανή να αποδείξει στον επόπτη της ότι οι κίνδυνοι που αναλαμβάνει μετριάζονται με άλλα μέσα, μπορεί να εξαιρεθεί από την απαίτηση του διαχωρισμού.
Διαχωρισμός άλλων δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης υψηλού κινδύνου
Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα διεξάγουν και αξιολογήσεις κινδύνου των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης των μεγάλων τραπεζών, εκτός των διαπραγματεύσεων για ίδιο λογαριασμό, όπως οι δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης, τα επισφαλή παράγωγα και η πολύπλοκη τιτλοποίηση. Εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει υπερβολικούς κινδύνους, μπορεί:
- να ζητήσει τον διαχωρισμό αυτών των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης από το κύριο πιστωτικό ίδρυμα
- να ζητήσει την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων του κύριου πιστωτικού ιδρύματος, ή
- να επιβάλει μέτρα προληπτικής εποπτείας
Οι διαχωρισμένες οντότητες διαπραγμάτευσης δεν θα επιτρέπεται να προβαίνουν σε αποδοχή καταθέσεων επιλέξιμων για προστασία βάσει των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, ούτε σε παροχή υπηρεσιών πληρωμής μικρών ποσών.
Συμβιβασμός με τις ισχύουσες εθνικές νομοθεσίες
Από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης, τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει ορισμένα μέτρα στην εθνική τους νομοθεσία για να αντισταθμίσουν τις εμφανείς αδυναμίες των τραπεζικών τους συστημάτων.
Προκειμένου να συμβιβαστούν ισχύουσες εθνικές νομοθεσίες και να αποφευχθούν περιττές επικαλύψεις, το Συμβούλιο προτείνει προβούν τα κράτη μέλη στην αντιμετώπιση των υπερβολικών κινδύνων που απορρέουν από τις δραστηριότητες διαπραγμάτευσης με έναν από τους ακόλουθους δύο τρόπους:
1) είτε μέσω εθνικής νομοθετικής πράξης που θα απαιτεί από τις μεγάλες τράπεζες να περιτειχίσουν τις κύριες δραστηριότητές τους, είτε
2) μέσω μέτρων που θα επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές δυνάμει του κανονισμού
Πεδίο εφαρμογής του κανονισμού
Το Συμβούλιο, αφού ανέλυσε την πρόταση της Επιτροπής, πρότεινε να εφαρμοστεί ο κανονισμός:
- σε παγκόσμια συστημικώς σημαντικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα
- σε πιστωτικά ιδρύματα με συνολικό ενεργητικό τουλάχιστον 30 δισ. € την τελευταία τριετία και δραστηριότητες διαπραγμάτευσης ύψους τουλάχιστον 70 δισ. € ή 10% του συνολικού τους ενεργητικού
τα παγκόσμια συστημικώς σημαντικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ορίζονται στο άρθρο 131 της οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (Οδηγία 2013/36/ΕΕ) και ταυτοποιούνται με την ειδική μεθοδολογία που έχει ορίσει η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή. Τα κριτήρια αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το μέγεθος, τις διασυνοριακές δραστηριότητες και τους δείκτες διασύνδεσης της κάθε τράπεζας.
Τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν την εφαρμογή αυτών των κανόνων σε μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα, εάν επιθυμούν.
Όσον αφορά, τώρα, το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής, οι κανόνες θα εφαρμόζονται:
- σε όλες τις τράπεζες που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ και όλα τα υποκαταστήματά τους, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους
- σε ομίλους πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον μία τουλάχιστον οντότητα είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ
- σε υποκαταστήματα και θυγατρικές πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν εγκατασταθεί στην Ένωση, των οποίων τα μητρικά ιδρύματα είναι εγκατεστημένα εκτός ΕΕ
Το ευρύτερο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής πρέπει να εξασφαλίζει ισότιμους όρους και να προλαμβάνει την καταστρατήγηση των κανόνων εκ μέρους των τραπεζών, πχ με τη μεταφορά δυνάμει ύποπτων δραστηριοτήτων εκτός ΕΕ.
Οι εποπτικές αρχές θα μπορούν να εξαιρούν τις ξένες θυγατρικές των τραπεζικών ομίλων με γεωγραφικά αποκεντρωμένες δομές, οι οποίοι λειτουργούν ως δίκτυο ανεξάρτητων οντοτήτων που μπορούν να διασωθούν εύκολα σε περίπτωση χρεοκοπίας.
Εξαιρέσεις
Το Συμβούλιο προτείνει να μην εφαρμόζεται ο κανονισμός στα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων:
- οι συνολικές καταθέσεις που εμπίπτουν στην προστασία δυνάμει της οδηγίας της ΕΕ για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων ανέρχονται σε λιγότερο από 3% του συνολικού ενεργητικού τους
- οι συνολικές επιλέξιμες καταθέσεις λιανικής ανέρχονται σε λιγότερο από 35 δισ. €
Η Επιτροπή πρότεινε να μην εφαρμόζεται ο κανονισμός στους κρατικούς χρεωστικούς τίτλους. Το Συμβούλιο προτείνει ρήτρα που επιτρέπει στην Επιτροπή να επανεξετάζει αυτή την εξαίρεση, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Άλλοι κανόνες
Το σχέδιο κανονισμό ορίζει επίσης κανόνες συντονισμού των διαφόρων εθνικών αρχών τραπεζικής εποπτείας για αποφάσεις που σχετίζονται με τον διαχωρισμό των τραπεζικών δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου, ιδίως στην περίπτωση διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων.
Γιατί είναι αναγκαίος ο κανονισμός για την τραπεζική διαρθρωτική μεταρρύθμιση;
Μείωση των κινδύνων
Η ΕΕ έχει αναλάβει πρόσφατα σειρά μεταρρυθμίσεων για την αύξηση της ανθεκτικότητας των τραπεζικών συστημάτων της και την προστασία των χτημάτων των φορολογουμένων σε περίπτωση κατάρρευσης των τραπεζών.
Ωστόσο, παραμένουν ορισμένοι σοβαροί κίνδυνοι εντός του τραπεζικού τομέα της ΕΕ, κυρίως λόγω του μεγάλου μεγέθους και της πολυπλοκότητας ορισμένων πιστωτικών ιδρυμάτων της και των υπερβολικών κινδύνων, ιδίως κατά τη διαπραγμάτευση περίπλοκων χρηματοπιστωτικών μέσων. Αυτά τα ιδρύματα παραμένουν 'πολύ μεγάλα για να χρεοκοπήσουν' και 'πολύ περίπλοκα για να εξυγιανθούν' σε περίπτωση πτώχευσης.
Προστασία του χρήματος των φορολογουμένων
Αυτά τα ιδρύματα, επειδή είναι σημαντικά για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, έχουν την τάση να βασίζονται σε εσωτερικές εγγυήσεις των κυβερνήσεων - οι οποίες, στην περίπτωση χρεοκοπίας μεγάλων τραπεζών, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν δημόσιους πόρους για να τις στηρίξουν. Κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η στήριξη των φορολογουμένων για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τις εγγυήσεις, τα μέτρα αρωγής για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία και παρόμοιες λύσεις το 2014 ανήλθε σε 1,6 τρισ. € περίπου ή στο 13% του ΑΕγχΠ της ΕΕ.
Ορισμένες από τις μεγαλύτερες τράπεζες της ΕΕ έχουν περιουσιακά στοιχεία ανερχόμενα στο ΑΕγχΠ των οικείων χωρών, ενώ 10 από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους έχουν συνολικά περιουσιακά στοιχεία από 1 000 δισ. € έως 2 000 δισ. €.
Η ονομαστική αξία των παραγώγων αυξήθηκε από 3,5 φορές το παγκόσμιο ΑΕγχΠ το 1998 σε 12 φορές το ΑΕγχΠ το 2014.
Κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 2014 ο τραπεζικός τομέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιπροσώπευε περίπου 42,9 τρισ. € και σχεδόν 350% του ΑΕγχΠ της ΕΕ.
Ιστορικό
Έκθεση Liikanen
Το 2011, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέστησε ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για να αξιολογήσει την κατάσταση στον τραπεζικό τομέα της ΕΕ και να εντοπίσει που χρειάζονται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Η ομάδα, που συνεστήθη από την Επιτροπή, είχε Πρόεδρο τον Έρκι Λίικανεν,Διοικητή της Τράπεζας της Φινλανδίας.
Η ομάδα εμπειρογνωμόνων διεξήγαγε ευρείες διαβουλεύσεις με τον τραπεζικό τομέα και το κοινό. Στην έκθεση που ακολούθησε, συνεστήθη να διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις για ίδιο λογαριασμό και οι λοιπές δραστηριότητες υψηλού κινδύνου των μεγάλων τραπεζών από ξεχωριστές νομικές οντότητες εντός του τραπεζικού ομίλου προκειμένου να μετριαστούν οι κίνδυνοι. Η Επιτροπή εξέτασε την έκθεση και τις προτάσεις της και κατήρτισε την προκείμενη πρόταση κανονισμού για τη διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα.
Τα επόμενα βήματα
Οι διαπραγματεύσεις του Συμβουλίου με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί του σχεδίου κανονισμού αναμένεται να ξεκινήσουν μόλις το ΕΚ εγκρίνει τη θέση του.
Σχετικά έγγραφα και δημοσιεύσεις
- Θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση (γενική προσέγγιση) σχετικά με την πρόταση κανονισμού σχετικά με διαρθρωτικά μέτρα για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ
- Πρόταση κανονισμού σχετικά με διαρθρωτικά μέτρα για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ