Πώς λειτουργεί η φορολογική πολιτική της ΕΕ
Η φορολογική πολιτική της ΕΕ επιδιώκει να διασφαλίσει δικαιοσύνη και να προωθήσει την ανάπτυξη με την εναρμόνιση των φορολογικών κανόνων σε όλα τα κράτη μέλη, με την καταπολέμηση της απάτης και με την προσαρμογή στις παγκόσμιες οικονομικές μεταβολές. Το Συμβούλιο είναι ο μόνος νομοθέτης στα ενωσιακά φορολογικά θέματα.
Τι είναι η φορολογία;
Η φορολογία διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και στην προάσπιση της κυριαρχίας μιας χώρας και αποτελεί τον χρηματοδοτικό κορμό της αποτελεσματικής διακυβέρνησης.
Τα δημόσια έσοδα αποτελούν την κύρια πηγή χρηματοδότησης βασικών δημόσιων λειτουργιών, όπως η παιδεία, η υγεία, η κοινωνική πρόνοια, η ασφάλεια, η έρευνα και τα συστήματα δημόσιων υποδομών.
Τα φορολογικά έσοδα δίνουν επίσης τη δυνατότητα στις χώρες να χρηματοδοτούν κρίσιμες αποφάσεις που διαμορφώνουν τόσο την οικονομία όσο και την κοινωνία.
Στην ΕΕ, σχεδόν το 90% των εσόδων που διαθέτουν οι εθνικές κυβερνήσεις προέρχεται από φόρους. Αυτό υπογραμμίζει πόσο σημαντικό είναι να διασφαλίζεται ότι τα φορολογικά συστήματα των κρατών μελών είναι ικανά να παράγουν τα αναγκαία έσοδα. Εάν τα φορολογικά έσοδα είναι ανεπαρκή, η χώρα μπορεί να χρειαστεί να προσφύγει σε δανεισμό, με αποτέλεσμα μελλοντικές δανειακές υποχρεώσεις.
Είδη φορολογίας στην ΕΕ
Η ΕΕ δεν μπορεί και δεν επιβάλλει φόρους σε πολίτες ή εταιρείες. Πρόκειται για αποκλειστική ευθύνη των μεμονωμένων κρατών μελών.
Αυτό σημαίνει ότι το ύψος των φόρων που πληρώνουν οι Ευρωπαίοι καθορίζεται από τις εθνικές κυβερνήσεις τους.
Οι φόροι εμπίπτουν σε δύο κύριες κατηγορίες: άμεσοι και έμμεσοι φόροι.
Άμεση φορολογία
φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων
φόρος επί εταιρικών κερδών
Έμμεση φορολογία
φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)
ειδικοί φόροι κατανάλωσης στην αλκοόλη, τον καπνό και την ενέργεια
Άμεση φορολογία
Άμεσοι φόροι επιβάλλονται σε πρόσωπα ή σε εταιρείες (επιχειρήσεις). Σε αυτούς συγκαταλέγονται, για παράδειγμα, ο φόρος εισοδήματος, ο φόρος εταιρικών κερδών και ο φόρος ακίνητης περιουσίας.
Η νομοθεσία της ΕΕ στον τομέα αυτόν περιορίζεται στην ευθυγράμμιση (εναρμόνιση) συγκεκριμένων πτυχών της νομοθεσίας των κρατών μελών. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο στον βαθμό που απαιτείται για τη βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς της ΕΕ και για την αντιμετώπιση κοινών διασυνοριακών προβλημάτων, όπως η φοροδιαφυγή ή ο επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός.
Έμμεση φορολογία
Έμμεσοι φόροι επιβάλλονται σε συναλλαγές. Παραδείγματα τέτοιων φόρων είναι ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) επί των πωλήσεων αγαθών και υπηρεσιών ή οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στην αλκοόλη, τα προϊόντα καπνού και την ενέργεια. Στις περιπτώσεις αυτές, ο καταναλωτής καταβάλλει τον φόρο ως μέρος της τιμής αγοράς και ο πωλητής μεταβιβάζει στις αρχές το ποσό του οφειλόμενου φόρου.
Η νομοθεσία της ΕΕ στον τομέα αυτόν συχνά προβλέπει εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών. Εάν οι φορολογικοί κανόνες για την πώληση αγαθών και υπηρεσιών διαφέρουν σημαντικά ανά την ΕΕ, αυτό ενδέχεται να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων και να δυσχεραίνει τις διασυνοριακές συναλλαγές.
Γιατί χρειάζεται φορολογική πολιτική της ΕΕ;
Οι φόροι συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση της τιμής των αγαθών και των υπηρεσιών· επηρεάζουν δε τη συμπεριφορά επενδυτών και καταναλωτών. Αυτό σημαίνει ότι η φορολογική πολιτική μπορεί να παρέχει κίνητρα για την παραγωγικότητα, ενισχύοντας τις επενδύσεις και την καινοτομία.
Οι οικονομίες της ΕΕ βρίσκονται αντιμέτωπες με τον αντίκτυπο σημαντικών παγκόσμιων μεταβολών, όπως είναι η δημογραφική αλλαγή, η ψηφιοποίηση και η παγκοσμιοποίηση, καθώς και με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, την ανάκαμψη μετά την πανδημία COVID-19 και τις συνέπειες της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Οι προκλήσεις αυτές επηρεάζουν την ανθεκτικότητα των φορολογικών συστημάτων και δημιουργούν μια ολοένα και ισχυρότερη ανάγκη ευθυγράμμισης με τις τρέχουσες και μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις.
Η ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί η συμβατότητα των φορολογικών κανόνων και πολιτικών με τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς της ΕΕ. Η ευθυγράμμιση έχει ζωτική σημασία για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ενιαίας αγοράς προς όφελος περισσότερων από 400 εκατομμυρίων πολιτών της ΕΕ και εκατομμυρίων επιχειρήσεων.
Οι στόχοι της ΕΕ στον τομέα της φορολογίας
Διασφάλιση δικαιοσύνης
Ορισμένα φορολογικά μέτρα ενδέχεται να έχουν δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλα κράτη μέλη ή εκ παραδρομής να δημιουργήσουν φραγμούς στο διασυνοριακό εμπόριο. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, ορισμένοι φορολογικοί κανόνες εντός της ΕΕ έχουν εναρμονιστεί (π.χ. στον τομέα του ΦΠΑ), γεγονός που αποτελεί θετικό βήμα στην πορεία προς την ενιαία αγορά και προωθεί κατά συνέπεια την οικονομική ανάπτυξη και διευκολύνει ομαλότερες διασυνοριακές συναλλαγές.
Στήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας
Η ευθυγράμμιση ορισμένων μέτρων φορολογικής πολιτικής στηρίζει τους ευρύτερους οικονομικούς στόχους της ΕΕ και επιδιώκει να αντιμετωπίσει προκλήσεις όπως η δημογραφική αλλαγή, η ψηφιοποίηση, η παγκοσμιοποίηση και οι επιπτώσεις της κλιματικής κατάρρευσης, ενώ παράλληλα στηρίζει την οικονομική συνοχή, μειώνει τις ανισότητες και διευκολύνει τις απρόσκοπτες διασυνοριακές συναλλαγές και επενδύσεις.
Δημιουργία εσόδων για τον προϋπολογισμό της ΕΕ
Ορισμένοι φόροι, όπως ο ΦΠΑ, αποτελούν πηγή εσόδων για τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Ένα ποσοστό του ποσού που εισπράττουν τα κράτη μέλη μεταφέρεται στον προϋπολογισμό της ΕΕ ως «ίδιος πόρος».
Πρόσφατες δράσεις της ΕΕ στον τομέα της φορολογίας
Η ΕΕ επεξεργάζεται νομοθεσία στον τομέα της φορολογίας, προκειμένου να στηρίξει την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη, να εξορθολογίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες σε ολόκληρη την ΕΕ, να μειώσει το κόστος συμμόρφωσης, να βελτιώσει τις φορολογικές διαδικασίες και να καταπολεμήσει τη φορολογική απάτη.
Οι εν λόγω νομοθετικές προσπάθειες αποσκοπούν στη δημιουργία δικαιότερου και αποτελεσματικότερου φορολογικού περιβάλλοντος, που να περιλαμβάνει:
- αποφυγή της διπλής φορολόγησης των διασυνοριακών επενδύσεων
- μείωση του κόστους για τις διασυνοριακές επιχειρήσεις
- καταπολέμηση της φοροαποφυγής
- φορολογία στην ψηφιακή εποχή
- εκσυγχρονισμό του συστήματος ΦΠΑ
- βελτίωση της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών
Αποφυγή της διπλής φορολόγησης των διασυνοριακών επενδύσεων
Όταν κάτοικος της ΕΕ επενδύει σε κινητές αξίες σε άλλο κράτος μέλος, οι πληρωμές που λαμβάνονται ως αντάλλαγμα υπόκεινται σε φόρους που παρακρατούνται στην πηγή, τόσο στο κράτος μέλος κατοικίας, όσο και στο κράτος μέλος της επένδυσης.
Για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης, ο επενδυτής κάτοικος αλλοδαπής υποχρεούται στη συνέχεια να υποβάλει αίτηση επιστροφής του επιπλέον φόρου που παρακρατήθηκε καθ’ υπέρβαση του οφειλόμενου στη χώρα προέλευσης. Οι εν λόγω διαδικασίες επιστροφής είναι συνήθως επαχθείς, χρονοβόρες και δαπανηρές.
Για την αντιμετώπιση του ζητήματος, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 10 Δεκεμβρίου 2024 οδηγία σχετικά με την ταχύτερη και ασφαλέστερη ελάφρυνση για τους φόρους που παρακρατήθηκαν καθ’ υπέρβαση των οφειλόμενων, γνωστή ως οδηγία FASTER.
Με τους νέους κανόνες επιτυγχάνονται τα ακόλουθα:
- εισάγονται δύο ταχείες διαδικασίες που συμπληρώνουν την υφιστάμενη τυποποιημένη διαδικασία επιστροφής: μια διαδικασία «ελάφρυνσης στην πηγή» και ένα σύστημα «ταχείας επιστροφής» που θα καταστήσουν τη διαδικασία ελάφρυνσης ταχύτερη και θα την εναρμονίσουν σε ολόκληρη την ΕΕ
- εισάγεται κοινό ενωσιακό ψηφιακό πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας (eTRC), το οποίο θα μπορούν να χρησιμοποιούν οι φορολογούμενοι επενδυτές για να επωφελούνται από τις ταχείες διαδικασίες για την ελάφρυνση της παρακράτησης φόρου
- θεσπίζεται υποχρέωση υποβολής στοιχείων σε τυποποιημένη μορφή από τους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (π.χ. τράπεζες ή επενδυτικές πλατφόρμες), πράγμα που θα διευκολύνει τις εθνικές φορολογικές αρχές να εντοπίζουν ενδεχόμενα κρούσματα φορολογικής απάτης ή καταχρηστικές πρακτικές
Μείωση του κόστους για τις διασυνοριακές επιχειρήσεις
Παρά τον μεγάλο βαθμό ενοποίησης της ενιαίας αγοράς της ΕΕ, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν φορολογικά εμπόδια, καθώς πρέπει να συμμορφώνονται προς 27 διαφορετικά εθνικά συστήματα φορολογίας των επιχειρήσεων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μεγάλο κόστος και πολλή αβεβαιότητα για τις διασυνοριακές επιχειρήσεις.
Τον Σεπτέμβριο του 2023, η Επιτροπή πρότεινε την πρωτοβουλία «Επιχειρήσεις στην Ευρώπη: Πλαίσιο για τη φορολογία εισοδήματος» (BEFIT) για τη μείωση του κόστους φορολογικής συμμόρφωσης για τις διασυνοριακές επιχειρήσεις. Η πρόταση περιλαμβάνει:
- κοινό σύνολο κανόνων για τον υπολογισμό της φορολογικής βάσης εταιρειών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο
- μία ενιαία συγκεντρωτική φορολογική βάση για όλα τα μέλη του ομίλου
- το μερίδιο του ομίλου BEFIT στη συγκεντρωτική φορολογική βάση θα υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των φορολογητέων αποτελεσμάτων των τριών προηγούμενων οικονομικών ετών
Οι κανόνες αυτοί θα εφαρμόζονται στους μεγάλους ομίλους που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ, ενώ οι μεσαίες επιχειρήσεις θα έχουν δυνατότητα επιλογής. Μια επιχείρηση θεωρείται ότι ανήκει σε μεγάλο όμιλο εάν έχει συνδυασμένα ετήσια έσοδα ύψους τουλάχιστον 750 εκατ. ευρώ και η μητρική εταιρεία κατέχει τουλάχιστον το 75% του κεφαλαίου της.
Καταπολέμηση της φοροαποφυγής
Η φοροαποφυγή στοιχίζει στα κράτη μέλη δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική πρόοδος έχουν διευκολύνει σημαντικά αυτές τις δραστηριότητες.
Η ΕΕ έχει παράσχει καίρια συνδρομή στα κράτη μέλη προκειμένου να συντονίσουν τους φορολογικούς κανόνες για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Ο κώδικας δεοντολογίας (φορολογία των επιχειρήσεων) είναι το εμβληματικό μέσο για την προώθηση του θεμιτού φορολογικού ανταγωνισμού, τόσο εντός της ΕΕ όσο και παγκοσμίως.
Λόγω του παγκόσμιου χαρακτήρα του αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού, η ΕΕ προάγει τη χρηστή φορολογική διακυβέρνηση και καταπολεμά τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή διεθνώς. Το Συμβούλιο δημοσιεύει τακτικά τον ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας, ο οποίος περιλαμβάνει τις περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας που δεν πληρούν τα κριτήρια χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης ή έχουν αρνηθεί να συμμορφωθούν με τα κριτήρια αυτά.
- Καταπολέμηση της φοροαποφυγής στην ΕΕ
- Ενωσιακός κατάλογος μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας
Φορολογία στην ψηφιακή εποχή
Η φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας είναι μια σχετικά νέα συνιστώσα της φορολογικής πολιτικής και αντικατοπτρίζει την ανάγκη αντιμετώπισης των προκλήσεων που προκύπτουν από την αναπτυσσόμενη ψηφιακή οικονομία.
Η ψηφιακή οικονομία έχει αποφέρει πολλά οφέλη στους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα και η άνοδος ορισμένων ψηφιακών δραστηριοτήτων ασκούν πιέσεις στους παραδοσιακούς κανόνες των εθνικών φορολογικών συστημάτων.
Ως εκ τούτου, οι φορολογικοί κανόνες πρέπει να προσαρμοστούν ώστε να ενσωματωθούν στην ψηφιακή εποχή. Όλοι οι τομείς της οικονομίας θα πρέπει να καταβάλλουν το μερίδιο φόρων που τους αναλογεί και να συμβάλλουν στη λειτουργία της κοινωνίας.
Τα ζητήματα αυτά συγκαταλέγονται στις κορυφαίες προτεραιότητες του Συμβουλίου από το 2017.
Εκσυγχρονισμός του συστήματος ΦΠΑ
Ο ΦΠΑ στην ψηφιακή εποχή
Ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) αποτελεί βασική πηγή εσόδων των κρατών μελών της ΕΕ, καθώς συμβάλλει στη χρηματοδότηση θεμελιωδών δημόσιων υπηρεσιών, όπως η παιδεία, η υγεία και οι δημόσιες συγκοινωνίες. Ωστόσο, σημαντικά ποσά εσόδων από τον ΦΠΑ εξακολουθούν να χάνονται λόγω απάτης, κακοδιοίκησης, πτωχεύσεων και αφερεγγυότητας, καθώς και άλλων παραγόντων.
Για να εκσυγχρονιστεί το ισχύον σύστημα ΦΠΑ και να ενταχθεί στην ψηφιακή εποχή, το Συμβούλιο ενέκρινε τη δέσμη μέτρων για τον «ΦΠΑ στην ψηφιακή εποχή» στις 11 Μαρτίου 2025. Οι νέοι κανόνες αποσκοπούν στην καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, στη στήριξη των επιχειρήσεων και στην προώθηση της ψηφιοποίησης σε ολόκληρη την ΕΕ.
Η δέσμη περιλαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση και τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των υφιστάμενων «μονοαπευθυντικών θυρίδων», που θα δώσουν τη δυνατότητα σε περισσότερες επιχειρήσεις να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τον ΦΠΑ σε μία ενιαία διαδικτυακή πύλη σε μία μόνο γλώσσα.
Επιπλέον, οι διαδικτυακές πλατφόρμες για τη μεταφορά επιβατών και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων θα υποχρεούνται να εισπράττουν και να αποδίδουν τον ΦΠΑ στις φορολογικές αρχές σε περιπτώσεις στις οποίες απαλλάσσονται μεμονωμένοι πάροχοι υπηρεσιών.
Η δέσμη μέτρων θεσπίζει επίσης πλήρως ψηφιακές υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων με βάση την ηλεκτρονική τιμολόγηση, με στόχο να καταστεί η υποβολή στοιχείων ΦΠΑ για τις διασυνοριακές επιχειρήσεις στην ΕΕ πλήρως ψηφιακή έως το 2030.
- Φορολογία: Το Συμβούλιο εγκρίνει δέσμη μέτρων για τον ΦΠΑ στην ψηφιακή εποχή (δελτίο Τύπου, 11 Μαρτίου 2025)
- Φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) στην ΕΕ
Ηλεκτρονικό πιστοποιητικό απαλλαγής από τον ΦΠΑ
Στο πλαίσιο των προσπαθειών του για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος ΦΠΑ, στις 18 Φεβρουαρίου 2025, το Συμβούλιο ενέκρινε νέους κανόνες με τους οποίους θεσπίζεται ηλεκτρονικό φορολογικό πιστοποιητικό για τις απαλλαγές από τον ΦΠΑ.
Τα πιστοποιητικά σε έντυπη μορφή, που χρησιμοποιούνται όταν τα αγαθά απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ, θα αντικατασταθούν από ηλεκτρονικό έντυπο. Χάρη στο ψηφιακό πιστοποιητικό θα απλουστευθεί και θα εξορθολογιστεί η διαδικασία κατά την εισαγωγή τέτοιων αγαθών για πρεσβείες, διεθνείς οργανισμούς ή τις ένοπλες δυνάμεις.
Τα νέα μέτρα θα τεθούν σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2031, με περαιτέρω μεταβατική περίοδο ενός έτους κατά τη διάρκεια της οποίας τα κράτη μέλη θα μπορούν να χρησιμοποιούν τόσο την ηλεκτρονική όσο και την έντυπη μορφή.
Βελτίωση της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών
Στην ΕΕ οι φορολογούμενοι μπορεί να υποχρεούνται να δηλώνουν στη χώρα διαμονής τους όλο το εισόδημα που αποκτούν παγκοσμίως. Παρότι οι φορολογικές αρχές μπορούν να καταγράφουν το εθνικό εισόδημα χρησιμοποιώντας μέτρα όπως η παρακράτηση φόρου ή η υποβολή στοιχείων σε εθνικό επίπεδο, είναι πιο δύσκολο να διασφαλιστεί ότι οι φορολογούμενοι δηλώνουν το εισόδημά τους από το εξωτερικό.
Σύμφωνα με την οδηγία σχετικά με τη διοικητική συνεργασία (ΟΔΣ), τα κράτη μέλη της ΕΕ συμβάλλουν στην πρόληψη της φοροδιαφυγής ανταλλάσσοντας φορολογικές πληροφορίες αυτόματα, αυθόρμητα και κατόπιν αιτήματος. Με τον τρόπο αυτό γίνεται δυσκολότερο για ιδιώτες και επιχειρήσεις να αποκρύπτουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ή το εισόδημά τους από τις φορολογικές αρχές. Η ΟΔΣ, που ισχύει από το 2014, διαδραματίζει καίριο ρόλο στην προώθηση της φορολογικής διαφάνειας και στην εδραίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.
Το 2023 το Συμβούλιο επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής της ΟΔΣ και προσέθεσε κανόνες σχετικά με την υποβολή στοιχείων και την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για έσοδα από συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία και για φορολογικές ερμηνευτικές αποφάσεις για τα πλουσιότερα (με υψηλή καθαρή αξία) άτομα.
Το 2025 το Συμβούλιο εξέδωσε οδηγία (ΟΔΣ9) με την οποία τροποποιείται η ισχύουσα ΟΔΣ με σκοπό την ενίσχυση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την ελάχιστη πραγματική φορολόγηση των εταιρειών. Η νέα οδηγία θα βοηθήσει τις πολυεθνικές και τις μεγάλες εγχώριες εταιρείες να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την υποβολή φορολογικών στοιχείων στο πλαίσιο της παγκόσμιας συμφωνίας των G20/ΟΟΣΑ.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν τους νέους κανόνες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Το Συμβούλιο ως μόνος ενωσιακός νομοθέτης
Η φορολογική νομοθεσία σε επίπεδο ΕΕ εγκρίνεται από το Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί ως ο μόνος νομοθέτης, όπως ορίζουν οι Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ζητείται η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, χωρίς όμως να διαθέτει νομοθετική εξουσία στον τομέα αυτόν. Πρόκειται για τη λεγόμενη ειδική νομοθετική διαδικασία.
Οδηγίες ή κανονισμοί εγκρίνονται με ομόφωνη ψηφοφορία του Συμβουλίου. Για να εγκριθεί από το Συμβούλιο νομοθέτημα στον τομέα αυτόν δεν πρέπει να υπάρχει καμία αρνητική ψήφος.
Η νομοθετική διαδικασία ξεκινά με πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για νέα φορολογικά νομοθετήματα της ΕΕ ή για τροποποιήσεις στα υφιστάμενα.
Δείτε επίσης:
Καταπολέμηση της φοροαποφυγής στην ΕΕ
Φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) στην ΕΕ
Φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας
Τελευταία ενημέρωση: 20 Νοεμβρίου 2025